Τόποι συµβολικής δικαιοσύνης και συνύπαρξης

στο έργο της Άρτεµης Αλκαλάη1

ΕΥΓΕΝΙΑ ΑΛΕΞΑΚΗ

 

H επιβίωσή τους ως το βαθύ γήρας,

µια αδιανόητη νίκη.

Ο αριθµός στον βραχίονά τους,

µια διαρκής υπόµνηση.

Το βλέµµα τους, µια παρακαταθήκη για το µέλλον.2

Η Κερκυραία Σάντρα Κοέν θα είναι η πρώτη Ελληνίδα Εβραία επιζήσασα του Ολοκαυτώµατος που θα φωτογραφίσει η Άρτεµις Αλκαλάη, στην Αθήνα, το 2012. Τότε, αποφασίζοντας να εγκαταλείψει «την ασφάλεια του εργαστηρίου της», όπως γράφει η ίδια η Αλκαλάη, περιπλανάται στην πόλη µε τα «σπίτια» της, λιτές, αρχετυπικές κατασκευές, σύµβολα της εστίας και του οίκου, για να τα ενθέσει αλλά και να εκτεθεί η ίδια3 σε απρόβλεπτες ατοµικές και κοινωνικές αφηγήσεις, ατοµικές και συλλογικές µνήµες.4 Το λευκό σπίτι µε την κόκκινη κορδέλα που συγκρατείται από ένα χέρι θα συνοδέψει την Αλκαλάη στη συνάντησή της µε τη Σάντρα Κοέν, και έκτοτε ένα διαφορετικό σπίτι θα συνοδεύει κάθε συνάντησή της µε τους επιζώντες του Άουσβιτς. Κυριολεκτικά και συµβολικά, τα σπίτια-καλλιτεχνήµατα εντάσσονται στα πορτρέτα των επιζώντων, λειτουργώντας έτσι διττά: ως νήµα εξοικείωσης και επικοινωνίας των φωτογραφιζόµενων µε την καλλιτέχνιδα, αλλά και ως τρόπος για να ερευνήσει και να προεκτείνει ο αποδέκτης-θεατής των πορτρέτων τη µατιά του στις έννοιες σπίτι, απώλεια, τραύµα. Από το 2012 µέχρι σήµερα, µε κοπιώδη έρευνα σε Ελλάδα και εξωτερικό, η Αλκαλάη έχει συναντήσει, έχει συνοµιλήσει και φωτογραφίσει 67 Έλληνες Εβραίους επιζώντες των ναζιστικών στρατοπέδων Άουσβιτς και Μπέργκεν-Μπέλζεν. Πρόκειται για ένα µοναδικό corpus εικόνων και ιστοριών που αφορούν στους Έλληνες Εβραίους, Σεφαραδίτες, Ρωµανιώτες και Πουλιέζους, το οποίο συνιστά υλικό πολύτιµο για την ιστοριογραφία και την ιστορική µνήµη, ιδίως καθώς οδεύουµε σε µια εποχή χωρίς τους αυτόπτες µάρτυρες στη ζωή και τις κοινωνίες µας.

 

Η Αλκαλάη έχει συστηµατικά επεξεργαστεί στο καλλιτεχνικό της έργο τις έννοιες τραύµα και µνήµη. ∆ουλεύοντας µε ποικίλες τεχνικές, ζωγραφίζοντας, πλέκοντας, υφαίνοντας, κάνοντας κατασκευές και µικρογλυπτά, χρησιµοποιώντας νήµατα, κλωστές και υφάσµατα που φτιάχνει µόνη της, ποιεί υποµονετικά εδώ και χρόνια ράµµατα, ραφές και συρραφές. Ενσωµατώνοντας σκόπιµα µεταµοντέρνες χειροτεχνικές διαδικασίες, «επιτελεί» ενώσεις στα ρήγµατα, υποδηλώνοντας τη νέα αρχή, την εκκίνηση από το µηδέν, επιχειρώντας να επουλώσει, συµβολικά, το τραύµα. Στο πρότζεκτ «Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώµατος» διατηρείται και εντείνεται η διάσταση της επιτέλεσης, µετατοπίζει, όµως, η Αλκαλάη τη µέθοδό της προς περισσότερο «αντιµνηµειακές» καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του ιστορικού τραύµατος. Επιλέγοντας να εγκαταλείψει τον «καµβά» και το έργο τέχνης µε τη συµβατική του έννοια, συµµετέχει άµεσα στον προβληµατισµό για τη δυνατότητα αλλά και τη θεµιτότητα να αναπαραχθεί µε όρους αισθητικούς το αδιανότητο, η απόλυτα ακραία ιστορική εµπειρία του Ολοκαυτώµατος.

 

Αυτο-υπονοµευτικά και αντιστεκόµενη στη συµβατική καλλιτεχνική πράξη και εµπειρία, η Αλκαλάη αξιοποιεί µεθόδους της ιστορικής έρευνας και των κοινωνικών επιστηµών και µέσα από το προσωπικό, το οποίο είναι και καλλιτεχνικό χαρτογραφικό στίγµα, συνθέτει έναν τόπο-δίκτυο ανθρώπων, εµπειριών, τραυµατικών και ακραίων ιστοριών, αλλά συνάµα και ιστοριών ζωής και επιβίωσης. Χρησιµοποιώντας την πρωτογενή έρευνα για τον εντοπισµό, την επικοινωνία, τη φωτογράφιση και τις συνεντεύξεις µε τους επιζώντες του Ολοκαυτώµατος, η σπουδή πάνω στο τραύµα εκφράζεται µέσα από τον καθένα ξεχωριστά συγκεκριµένο επιζώντα. Τέτοιου είδους «αντιµνηµειακές» προσεγγίσεις του τραύµατος προβάλλουν τη µοναδικότητα των θυµάτων και –όπως εµφατικά δήλωνε ο James E. Young καθιερώνοντας τον όρο και την έννοια του αντιµνηµείου (counter-monument)– «επιστρέφουν το βάρος της µνήµης στον θεατή»,5 αξιώνοντας εντέλει την ενσυνείδητη εµπλοκή του στο καθήκον της γνώσης. Οι επιζώντες δεν αποτελούν ένα γενικό σύνολο, µια σχεδόν άµορφη µάζα, µια αφαίρεση στο πρότζεκτ της Αλκαλάη, αλλά όλως αντιθέτως διεκδικείται ορατότητα για τον καθένα και την καθεµία: έχουν όνοµα, πρόσωπο και εικόνα στο σήµερα, έχουν τη δική τους προσωπική ιστορία, που συµπυκνώνεται στα φωτογραφικά στιγµιότυπα και στην αφήγησή τους. Η αξία της ανθρώπινης µοναδικότητας, που κυνηγήθηκε λυσσαλέα από τα απάνθρωπα εθνικοσοσιαλιστικά ιδεολογήµατα και εξοντώθηκε στα στρατόπεδα θανάτου, εικονοποιείται στις ιστορίες και τις στοχαστικές εικόνες των συγκεκριµένων επιζώντων που µας µεταφέρει η εκλεπτυσµένη µατιά της Αλκαλάη.

 

Η φωτογραφία εδώ δεν είναι απλά ένα τεχνικό µέσο, αλλά διαλογικός χώρος (discursive space),6 έννοια και µέθοδος, συνειδητή, στρατηγική επιλογή και παραδοχή των περιορισµών και της αποσπασµατικότητας οποιασδήποτε, αποκλειστικά µε αισθητικούς όρους, διεργασίας του ιστορικού τραύµατος. Η φωτογραφία για την Αλκαλάη είναι στην προκειµένη περίπτωση δίαυλος επικοινωνίας, µέσο επιτέλεσης της συνάντησης της δικής της µε τους επιζώντες και µε τον θεατή. Επιλέγοντας –µακριά από την «ασφάλεια του εργαστηρίου»– να τους αναζητήσει, να τους γνωρίσει, να περάσει χρόνο µαζί τους, να απαθανατίσει τη µορφή τους και να καταγράψει τις µαρτυρίες τους, συνθέτει ένα αρχείο εικόνων, ένας είδος µνηµείου χωρίς µνηµειακότητα, εµπλέκεται και η ίδια µαζί τους και µε τους οικείους τους σε ένα συντεταγµένο δίκτυο, επιδιώκοντας τελικά µια από κοινού δηµιουργική επεξεργασία του τραύµατος, µια επιτελεστική διαδικασία αναγνώρισης, ενδοσκόπησης και κάθαρσης. Στη διαδικασία αυτή καλείται και ο στοχαστικός θεατής σε µια κριτική διάδραση. Οι απεικονιζόµενοι δεν «εικονογραφούνται» ως θύµατα ή µάρτυρες, απεικονίζονται στην καθηµερινότητά τους, διεισδύοντας έτσι αµεσότερα στη δική µας. Θα µπορούσαν να είναι οι δικοί µας συγγενείς, γονείς, παππούδες, γιαγιάδες, θείοι. Στις φωτογραφίες των επιζώντων του Άουσβιτς µοναδικός ευθύς µάρτυρας της τερατώδους απανθρωποποίησης γίνεται ο αριθµός στο χέρι τους. Μαρτυρούν όµως µε λεπτές νύξεις τις φρικαλεότητες που συντελέστηκαν από ανθρώπους προς συνανθρώπους τους, αντιστέκονται στην ιστορική απάθεια και την αµνησία, καλώντας εµάς –τους θεατές– σε µια συµµετοχική κατάσταση ενσυναισθητικής όρασης (empathic viewing).7

 

Οι επιτελεστικές διαδικασίες κατέχουν σηµαντική θέση τα τελευταία χρόνια στις καλλιτεχνικές προτάσεις διεργασίας της τραυµατικής µνήµης του Ολοκαυτώµατος και αναγνωρίζονται ως πρακτικές που, υπό προϋποθέσεις, συµβάλλουν στον µετασχηµατισµό των θεατών από παθητικούς δέκτες σε δρώντα υποκείµενα (social agents).8 Μέσω της επιτελεστικότητας που χαρακτηρίζει τη «συνάντηση» της Αλκαλάη µε τους επιζώντες πραγµατώνεται µια από κοινού τελετουργική πράξη µνηµόνευσης, δηµιουργείται ένας δυναµικός τόπος-χώρος ανάµεσα σε εκείνη και τους επιζώντες και τον ηθικά υπεύθυνο θεατή, ένας τόπος επίκοινος, όπου διεκδικείται το δίκαιο και αναγνωρίζεται η δύναµη της ζωής, και κάπως έτσι τα τραύµατα ανακουφίζονται. ∆ίνοντας χρόνο στην ίδια, στους επιζώντες και στις οικογένειές τους να δηµιουργηθεί ένα κλίµα εµπιστοσύνης, µέσα στο οποίο ξετυλίγονται µεµονωµένα τραυµατικά βιώµατα, αλλά και ολόκληρες ιστορίες ζωής, σκληρές εµπειρίες και αποτρόπαιες µνηµονικές εικόνες, η Άρτεµις Αλκαλάη προσφέρει έναν ατοµικό, έναν κοινωνικό και εντέλει την ευκαιρία για έναν δηµόσιο τόπο θεραπείας του τραύµατος και συµφιλίωσης µε τη µνήµη του µοναδικά και απόλυτα ακραίου, έναν τόπο συµβολικής δικαιοσύνης και συνύπαρξης.

 

Στην Κέρκυρα, τον τόπο από όπου εκτοπίστηκαν περίπου 2.000 Έλληνες Εβραίοι και επέζησαν µόνο 180 από την εθνικοσοσιαλιστική µηχανή µαζικής εξόντωσης, η Αλκαλάη πραγµατοποιεί µια ακόµη επιτέλεση: ενθέτει και εκθέτει τις συναντήσεις µε Κερκυραίους επιζώντες του Ολοκαυτώµατος στον τόπο τους, στην εβραϊκή συνοικία, στη Συναγωγή. Καλλιτέχνιδα και επιζώντες «επιστρέφουν» στην Κέρκυρα και µας προσκαλούν να δούµε, να ακούσουµε, να γνωρίσουµε τους συγκεκριµένους ανθρώπους, τις συγκεκριµένες ιστορίες, να λάβουµε ενεργά µέρος στο καθήκον της γνώσης, να επιτελέσουµε από κοινού µια διαδικασία ιστορικής επίγνωσης και δικαιοσύνης. Καλλιτέχνιδα και επιζώντες µας προσφέρουν εικόνες-τόπους περισυλλογής, κυριολεκτικούς και συµβολικούς, προσωρινές ή και µόνιµες ευκαιρίες να συνυπάρξουµε, να αλληλεπιδράσουµε και να στοχαστούµε γόνιµα πάνω στο παρελθόν και το παρόν, στο τραύµα και στη συµφιλίωση.

* Η Ευγενία Αλεξάκη είναι διδάκτωρ ιστορίας της τέχνης και διδάσκουσα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Η τρέχουσα έρευνά της επικεντρώνεται στον ρόλο της τέχνης στη διεργασία του επώδυνου και τραυματικού ιστορικού παρελθόντος.

1. Για µια διεξοδική παρουσίαση του πρότζεκτ της Αλκαλάη «Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώµατος», βλ. Ευγενία Αλεξάκη, «Τέχνη και µεταβατική δικαιοσύνη. Τόποι συµφιλίωσης στο έργο της Αρτέµιδας Αλκαλάη», στον συλλογικό τόµο Γιώργος Κόκκινος, Παναγιώτης Κιµουρτζής & Μάρκος Καρασαρίνης (επιµ.), Ιστορία και ∆ικαιοσύνη, Αθήνα, Ασίνη, 2020, σ. 359-389, από όπου και αποσπάσµατα στο παρόν κείµενο.

 

2. Οντέτ Βαρών Βασάρ, συνοδευτικό κείµενο στην έκθεση της Άρτεµης Αλκαλάη, «Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώµατος: µια εικαστική αφήγηση», Ινστιτούτο Θερβάντες, Αθήνα, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016.

 

3. «Αποφάσισα να εγκαταλείψω την ασφάλεια του εργαστηρίου µου και να χρησιµοποιήσω το σπίτι ως εργαλείο εξερεύνησης, επικοινωνίας και προσπάθειας κατανόησης του εξωτερικού κόσµου, αλλά και ως αφορµή διείσδυσης στον προσωπικό µου λαβύρινθο», γράφει εξοµολογητικά η Αλκαλάη. Βλ. Άρτεµις Αλκαλάη-σπίτι: µια περιπλάνηση, Αθήνα, Καπόν, 2012, σ. 6.

 

4. Πρόκειται για το πρότζεκτ «σπίτι: µια περιπλάνηση» που η Αλκαλάη παρουσίασε το 2012 στην Αθήνα (γκαλερί Beton 7), ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε οµώνυµη έκδοση από τις εκδόσεις Καπόν (κείµενα Άρτεµις Αλκαλάη). Τα σπίτια-καλλιτεχνήµατα είχε αρχίσει να τα δουλεύει ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τα συγκέντρωσε σε ατοµική έκθεση µε τίτλο «σπίτι: µια εγκατάσταση» στην γκαλερί 7 (Αθήνα, 2010. Βλ. και Άρτεµις Αλκαλάη-σπίτι: µια εγκατάσταση, κατάλογος ατοµικής έκθεσης, κείµενα Ελισάβετ Πλέσσα).

 

5. James E. Young, The Texture of Memory: Holocaust Memorials and Meaning, New Heaven & London, Yale University Press, 1993, σ 30.

 

6. Η φωτογραφία ως διαλογικός χώρος καθώς και οι πολύπλοκες διασταυρώσεις φωτογραφίας, ιστορίας και µνήµης αναλύονται διεισδυτικά από την Katarzyna Ruchel-Stockmans στο Images Performing History: Photography and Representations of the Past in European Art after 1989, Leuven, Leuven University Press, 2015.

 

7. Maria Elander, «Education and Photography at Tuol Sleng Genocide Museum», στο: Peter D. Rush & Olivera Simić (επιµ.), The Arts of Transitional Justice: Culture, Activism, and Memory after Atrocity, Νέα Υόρκη, Springer, 2014. Εξετάζοντας τον διδακτικό ρόλο της φωτογραφίας στο πλαίσιο της µεταβατικής δικαιοσύνης, η Elander προτρέπει να µη σταθούµε στη θετικιστική αντίληψη περί του αποδεικτικού ρόλου της φωτογραφίας. Πολύ περισσότερο, υποστηρίζει, από αποδεικτικό στοιχείο, η φωτογραφία µπορεί να δηµιουργήσει δεσµούς µε τους θεατές και µεταξύ αυτών, και την ίδια στιγµή να µας κάνει να αναστοχαστούµε αυτούς τους δεσµούς.

 

8. Diana I. Popescu & Tanja Schult, «Performative Holocaust commemoration in the 21st century», Holocaust Studies, 26 (2), 2020, σ. 135-151.