
Ρισόν Λε Τσιόν, 2017

Κι εγώ μικρό παιδί δεκαεφτά, δεν ήμουνα δεκαεφτά χρονών
Λέγομαι Δανιήλ Γιωχανάς του Σλόμο, ο πατέρας μου, και η μητέρα μου, Νίνα. Είχα έξι αδερφές και τρία αδέρφια ήμαστε. Ο πατέρας μου επέθανε το τριάντα οχτώ, μείναμε δέκα άτομα. «Πού να πάμε; Ήρθαν οι Γερμανοί». Ξέραμε, θέλαμε να φύγουμε, ήμαστε στα χωριά, σ’ ένα χωριό που λέγεται Κομμένο, το κάψανε οι Γερμανοί διότι είδανε ένα πολυβόλο, ήτουνα αντάρτες, εκάνανε… γυρίσανε πίσω. Το βράδυ ήρθανε με δύο λόχους Ιταλούς, διότι οι Ιταλοί παραδοθήκανε και ήρθαν οι Γερμανοί. Αλλά πώς ξέρανε όλα τα ονόματα; Είχανε ρεσιμότ [λίστες στα εβραϊκά].
[…]
Τ’ αδέρφια του Τζάκου [αναφέρεται στον Ιτσχάκ Γκανόν], δύο αδέρφια, δουλέψανε μέσα στα κρεματόρια, τους επήρανε στα κρεματόρια. Και τον μεσαίο αδερφό μου, είκοσι δύο χρονών, τον εβάλανε να δουλέψει μέσα στα κρεματόρια, στους φούρνους. Εμείς βλέπαμε αυτά τα πράματα, όχι, μας τα είπανε τα αδέρφια μας, δηλαδή, διότι το απόγευμα, εδουλεύαμε απ’ τις πέντε το πρωί έως τις πέντε το απόγευμα, μία ώρα είχε σαόν [καταμέτρηση στα εβραϊκά], μία ώρα είχανε αυτό, να μας μετράνε, αυτό το ένα, τ’ άλλο, να μας λένε «κάντε…», ένα κομμάτι ψωμί, λιγάκι μαργαρίνα, λιγάκι μαργαρίνα βε ζε ου [και αυτό ήταν όλο στα εβραϊκά]. Εγώ δεν έτρωγα όλο το ψωμί, εγώ άφηνα ένα τέταρτο μέσ’ την τσέπη μου για το πρωί διότι, όταν τρως το πρωί και αφήνεις λίγο, δεν υποφέρεις. Μα ξέρετε τι είναι να ‘σαι νηστικός και να υποφέρεις και το κρύο και τα πράματα, να μην έχεις εσώρουχα, κάλτσες και παπούτσια;
[…]
Που λέτε, εδούλεψα ένα μήνα μεσ’ στα αεροπλάνα. Τι αεροπλάνα; Χιλιάδες αεροπλάνα σπασμένα, απ’ την Αγγλία, απ’ την Πολωνία, απ’ την Αμερική, από την Τσεχοσλοβακία, απ’ όλα τα κράτη που επήρανε. Τα βάλανε μέσα στο Άουσβιτς γιατί ήτανε έκταση, μεγάλη έκταση, δουλεύανε έξι-εφτά χιλιάδες Ρώσοι, δουλεύανε εκεί πέρα. Εδούλεψα ένα μήνα εκεί πέρα, τι να σας πω; Λο ρατσίτι, [δεν ήθελα στα εβραϊκά], δεν ήθελα να ζήσω. Οι Γερμανοί, οι Ρώσοι κόντεμ κολ [πρώτα απ’όλους στα εβραϊκά] εβαστάγαμε την τριχιά, εδέναμε το κανάφ, πώς λέγεται, τα φτερά [του αεροπλάνου], να τα βγάλουνε. Και αυτοί «ρας ντβα ζάιλ» [εν-δυό, το σκοινί στα πολωνικά και τα γερμανικά]. Και εγώ μικρό παιδί, δεκαεφτά, δεν ήμουνα δεκαεφτά χρονών.
[…]
Με βάλανε στη σιδηροδρομική γραμμή γιατί εχάλαγε από το χιόνι, απ’ το νερό. Να βγάλεις τώρα με τις βίδες, να βάλεις με αυτή τη ράβδο με τη βίδα προς τα κάτω [εννοεί το κατσαβίδι]. Ζε κόαχ βε γιες λεχά νααλάιμ [χρειάζεται δύναμη και να έχεις παπούτσια στα εβραϊκά]. Ήρθε ένα τρανσπόρτ απ’ την Ουγγαρία. Ρακέβετ κβαρ λο οβέρετ [Το τρένο δεν μπορούσε να περάσει στα εβραϊκά], γιατί είναι χαλασμένη η γραμμή. Τους κατεβάσανε. Εμάς μας πήρανε πιο πάνω «να φκιάσετε άλλο μέρος». Ποιό άλλο μέρος, αλλά τι; Τι είδα εγώ; Εγώ το είδα: παιδιά και άντρες. Τους βάλανε μεσ’ στη σειρά… με τα πολυβόλα τους σκοτώσανε και ήρθε το τράκτορ και τους εσκέπασε με χώμα. Λο ρατσίτι λαγκίντ, δεν ήθελα να στο πω αυτό. Στο ‘πα.
[…]
Το μεσημέρι μας λένε δίπλα στο κρεματόριο τρία και τέσσερα είναι ένα… [δείχνει ότι ήταν αντικριστά] και έχει χατσέρ [χώρο στα εβραϊκά] ανάμεσα στα δυο κρεματόρια. Μας λένε «θα φκιάσετε δύο λάκκους». Ήμαστε είκοσι άτομα περίπου, δέκα άτομα σε κάθε [λάκκο], τρία μέτρα βάθος. Να είναι χωριστοί οι λάκκοι, κάναμε μπριχά [σκάμμα στα εβραϊκά]. Κάναμε δύο σκάμματα. Αλλά το χώμα εκεί πέρα δεν έχει πέτρες και ό,τι σκάβαμε και κάναμε, έπεφτε το χώμα πάλι. Και έπρεπε δύο άτομα να ανέβουνε επάνου για να πετάξουνε πιο κάτου το χώμα, δίπλα στο γκαντέρ [φράχτης στα εβραϊκά] ή στο τρία ή στο τέσσερα, [εννοεί στα κρεματόρια 3 και 4] ανάμεσα. Και εκεί ήρθε τρανσπόρτ από γυναίκες και παιδιά, δύο χιλιάδες πεντακόσια άτομα. Οι πόρτες απ’ τα κρεματόρια ήταν ανοιχτές, κάθε πόρτα ενάμιση μέτρο, δύο φύλλα είχε. Και βλέπω, είδα, ό,τι άκουσα από τ΄ αδέρφια μου κι από τους άλλους που δουλέψανε μέσ’ στα κρεματόρια, έχει δύο βεντιλάτορ μεγάλα. Τους λένε οι Γερμανοί «κάντε γρήγορα, γδυθείτε, αφήστε τα πράματα εδώ πέρα, μπέτε στο ουλάμ, στην αίθουσα αυτή, έχει σαφσάλ [πάγκους στα εβραϊκά], έχει, πώς το λένε, κρεμαστάρια για να βάλεις τα ρούχα σας εκεί πέρα, θα κάνετε μπάνιο, δε χρειάζεται να πάρετε μαζί σας τίποτα, έχει σαπούνι, έχει προσόψιο, όσο πιο γρήγορα θα κάνετε, θα πάτε στα τσριφίμ [παραπήγματα/κοιτώνες στα εβραϊκά] για να ησυχάσετε, για να κοιμηθείτε». Εγώ έχω μια παραξενιά, εγώ πρέπει να κοιτάξω πώς είναι μέσα, βλέπω τα δύο βεντιλάτορ, ένα από δω. Δουλεύουνε, γιατί δουλεύουνε; Οι Γερμανοί, όταν εμπήκανε όλοι, κλείσανε τις πόρτες, αλλά δε μπαίνουνε οι άνθρωποι γιατί δε χωράνε. Τους σπρώχνουνε, τους σπρώχνουνε ώσπου κλείσανε τις πόρτες.