
Θεσσαλονίκη, 2015

Και μετά μας πήγανε σ’ ένα χωριό που το λέγανε Τρέμπιτς και μείναμε σ’ ένα σπίτι Γερμανών
Γεννήθηκα στις είκοσι Μαΐου του 1939. Δεν έχω πάρα πολλές αναμνήσεις από κείνα τα χρόνια, έχω λίγες αναμνήσεις από μια οικογένεια μαζεμένη γύρω από ένα τραπέζι να χτυπάει παλαμάκια κι ένα κοριτσάκι να χορεύει επάνω στο τραπέζι, νομίζω ότι είναι η πρώτη μου ανάμνηση. Από κει και πέρα το σκηνικό μαυρίζει λίγο, γιατί δεν ένοιωσα την αγωνία των δικών μου με το ξέσπασμα του πολέμου, αλλά φαντάζομαι πώς θα ‘νιωθε η μάνα μου το 1939 μ’ ένα μωρό παιδί στα χέρια.… Ήταν μία πολυπληθέστατη οικογένεια, έπεσε στα χέρια μου μια φωτογραφία ενός γάμου και ήταν μία οικογένεια ατελείωτη, ξαδέλφια, ανίψια από τους οποίους εγώ δε γνώρισα κανέναν.
Μετά, οι επόμενες εικόνες μου ήταν από τρένα, δεν ξέρω πού μας πηγαίνανε και ξαφνικά βομβαρδίζανε και γινόταν ένας πανικός, σταματούσε το τρένο, ανοίγανε οι πόρτες…Μετά θυμάμαι ότι οι Ρώσοι μας απελευθέρωσαν, αυτό εξ’ ακοής, δεν θυμάμαι εγώ τους Ρώσους ας πούμε, δεν… Θυμάμαι μια νύχτα στις γραμμές του τρένου και ένα σκοτάδι και στις γραμμές του τρένου, ο κόσμος τρώγαμε, ήταν ένας κουβάς, ένας κουβάς από εμαγιέ, κίτρινος μ’ ένα μπουκέτο, τον είχαμε και στο σπίτι μετά, πώς έγιν’ αυτό δε θυμάμαι, ο οποίος ήταν γεμάτος ζάχαρη και σβίγγους και ο κόσμος έτρωγε κι όλοι κάναν εμετό, γιατί είχανε να φάνε χρόνια. Και θυμάμαι στις γραμμές του τρένου αυτό το πράμα, αυτό το σκοτάδι, φωνές, ο κουβάς με τη ζάχαρη, είναι ένα ανάμικτο πράμα στο κεφάλι μου και μετά μας πήγανε σ’ ένα χωριό που το λέγανε Τρέμπιτς και μείναμε σ’ ένα σπίτι Γερμανών το οποίο, θυμάμαι, ήτανε σε τρία επίπεδα. Oι ιδιοκτήτες μείνανε στο υπόγειο.