
Αθήνα, 2016

Μια φορά, απ’ το εργοστάσιο, επτά φύγανε…
Το πρώτο ναι, το πρώτο [στρατόπεδο] που ήμασταν και μας πηγαίναν για το… Άουσβιτς ήταν το πρώτο. Το τελευταίο ήταν δίπλα από το Μαουτχάουζεν, Γκούζεν, Γκούζεν [Gusen]. Το νούμερο ένα, το νούμερο δύο ήταν μαζί. Στην αρχή ήμoυν στο ένα… και κάπου όπου μείναμε για ύπνο, εκεί μείναμε και μας πηγαίνανε πάλι με βαγόνι στο βουνό κοντά, στους πρόποδες του βουνού, κοντά ήτανε βέβαια, αλλά για να μη πηγαίνομε με τα πόδια, γιατί έπρεπε κι αυτοί να περπατήσουν, κι οι σκοποί κι οι φρουροί και όλοι αυτοί έπρεπε να περπατάνε, όχι ότι λυπόντουσαν εμάς.
[…]
Εγώ είπα «ξέρω αυτό, ξέρω εκείνο, ξέρω το…», κατέληξα να κάνω κανόνια και αεροπλάνα στο τέλος. […] Το εργοστάσιο ήταν κάτω απ’ το βουνό. Έμπαινε και τρένο μέσα για να πάρει τα αεροπλάνα. […] Υπήρχαν μερικά μέτρα με σιδεροτροχιά για να μπαίνει το τρένο να φορτώνει τα αεροπλάνα, χωρίς τα φτερά εννοείται. Θυμάμαι και αυτήν τη Μέσερσμιθ, Μέσερσμιθ [Messerschmitt AG].
[…]
Εκεί λευθερώθηκα, κοντά στο Μαουτχάουζεν, Γκούζεν, Γκούζεν νούμερο ένα και Γκούζεν νούμερο δύο, με στοά τα δύο στρατόπεδα, όπου λέγαν εκεί θα μας βάλουν τελευταία ώρα και θα μας ανατινάξουν, όλο αυτό λέγανε… αλλά σε μας ήρθαν οι Αμερικάνοι, με περιποιηθήκανε, με κάναν μπουλούκο που λένε, σκελετός ήμουνα αλλά δεν είχα αρρωστήσει ποτέ μου, ποτέ μου δεν είχα φτερνιστεί, που φτερνίζομαι κάθε μέρα εδώ στο σπίτι μέσα, εκεί δε φτερνίστηκα ποτέ, μια πιτζάμα φοράγαμε, αν έχετε υπόψη τα ρούχα με τα ριγέ με μπλε άσπρο, τρέχαμε για να… γυμνοί τρέχαμε απ’ το, πώς το λένε, το δωμάτιο τέλος πάντων και τρέχαμε μακριά για το μπάνιο κι έπρεπε να πάμε καθαροί στο εργοστάσιο το πρωί, να μην είμαστε με μουτζούρες…
[…]
Μια φορά, απ’ το εργοστάσιο, επτά φύγανε, Πολωνοί, το σκάσαν δηλαδή, διότι έμπαινε τρένο στο εργοστάσιο μέσα, κανονικό τρένο, ενώ στο άλλο έμπαινε μόνο ένα βαγόνι, διότι ήταν βουνό σκαμμένο και κάτω από το… χωθήκαν κάτω, πώς, πώς, πώς και το σκάσανε, αλλά μέχρι το βράδυ τους πιάσαν όλους τα σκυλιά, τα σκυλιά, γαβ, γουβ, γαβ, γαβ όπως το μάθαμε μετά τους πιάσαν όλους. Γιατί τα σκυλιά χάνουν όταν περνάνε από ποταμάκια κι από νερά κι απ’ αυτά χάνουν την επαφή και λοιπά, κι όμως τους πιάσαν όλους. Μετά μια βδομάδα, γυρίζοντας απ’ το εργοστάσιο, δε μας πήγαν εκεί πάλι που μπαίναμε μέσα και μας μετράγαν, πάλι μας μετράγαν, εκεί μας μετράγαν, εκεί μας μετράγαν, πέντε, δέκα, ένας από δω, ένας από κει, ένας Γερμανός από δω κι ένας από κει και προχωρούσανε μαζί, έβλεπε ο ένας τον άλλον, μέτραγε για τον εαυτό του ο ένας, μέτραγε ο άλλος, καλά δεν έλειψε ποτέ κανείς. Λοιπόν, αντί να μας πάνε στη θέση που μας μετράγαν, μας προχωρήσαν κι άλλο κι άλλο κι άλλο, πίσω στα λουτρά που πηγαίναμε, που τρέχαμε για να πλυθούμε που σας είπα πριν, ναι, ολόγυμνοι, δεν πα να χιόνιζε, στο γυρισμό πάλι ολόγυμνοι, στέγνωνες, μια ντυνόσουν και αυτό ήτανε. Λοιπόν, μας πήγαν πιο πέρα γύρω γύρω απ’ τα μπλοκ που κοιμόμασταν, από κει αντικρύσαμε εφτά αγχόνες, εφτά κρεμάλες. Ναι, όταν τους φέραν τους επτά, μου λέει ο διπλανός μου, ο Ιζάκ Κοέν, μου λέει «ξέρεις κάτι; Δεν είναι δικοί μας αυτοί που το σκάσαν ή οι δικοί μας». Όχι ότι δεν έβλεπα, μια χαρά έβλεπα, αλλά το κατάλαβ’ αυτός πιο γρήγορα… Ναι, πραγματικώς, τα… πρόσωπά τους από μακριά, δεν ήμασταν κοντά κοντά, δεν ήτανε. Ε, μετά από δύο λεπτά κάθε Γερμανός έσπρωχνε το σκαμνάκι που ήταν στα πόδια τους και τους κρεμάσανε, τους κρεμάσαν μπροστά μας. Το είδαμε κι αυτό.