
Θεσσαλονίκη, 2014

Η γλώσσα ήταν κάτι το θαυματουργό. Γι’ αυτό σωθήκαμε.
Μόλις κατεβήκαμε υπήρξε πανδαιμόνιο. Πρώτη αποστολή είχε τους χαμάληδες του λιμένα της Θεσσαλονίκης, τους περιβόητους χαμάληδες της Θεσσαλονίκης που κουβαλούσαν τριακόσια, τετρακόσια κιλά στην πλάτη. «A Dio, la muerte», «A Dio, la muerte» [Θεέ μου, ο θάνατος στα λαδίνο] σπανιόλικα, μα σπανιόλικα δε μιλούσαν οι Γερμανοί. Χρατς, τους κοπανούσαν από πάνω κι εκεί τους έκανε ένα κλικ τους SS, αντιλήφθηκαν πως αυτοί οι άνθρωποι δε μιλάν γερμανικά και φωνάξαν «μιλάει κανείς γερμανικά;», «ποιοι είστε;»; Βγήκαμε, αμέσως, τέσσερις μπροστά. Από τους τέσσερις βγήκανε ένας υγιής που είχε δικαίωμα να ζήσει, ένας κουτσός, ο μπαμπάς, ο υγιής ήταν η μαμά, ο κουτσός ήταν ο μπαμπάς ο οποίος δεν είχε δικαίωμα να ζήσει και δυο παιδιά μικρά που δεν είχαν δικαίωμα να ζήσουνε διότι θα τους επιλέγανε. Και μας δέχθηκαν, «εσείς θα γίνετε διερμηνείς». Και αυτό μας έσωσε, και μας έδωσε το δικαίωμα να μιλάμε και οι τέσσερις για το Ολοκαύτωμα. Ήμασταν οι μόνοι ίσως οι οποίοι περάσαν το στρατόπεδο του Άουσβιτς του Ολοκαυτώματος, γιατί έτσι ήταν το Άουσβιτς, καθαρά εργοστάσιο θανάτου. Και μας είπαν «εσείς, κι εσείς, κι εσείς». Ένας κουτσός ανάμεσά σας, δυο παιδιά ανάμεσά σας «όλοι σας θα γίνετε διερμηνείς». Και η μαμά και η αδελφή πήγανε στο τμήμα της Πολίτισε Αμπτάιλουνγκ, που Πολίτισε Αμπτάιλουνγκ σημαίνει γραφείο των SS στο Άουσβιτς, Μέσερ [καταμετρητής] οι οποίοι καταγράφανε συνέχεια τα ονόματα των αφικνουμένων, κι εγώ κι ο μπαμπάς στο κεντρικό στρατόπεδο, κεντρικό στρατόπεδο που είχε στέγη σαν τις στέγες που έχετε εδώ [δείχνει το σπιτάκι του έργου μου στη φωτογραφία του από πίσω]. Δεν μας έπιανε η βροχή και αυτό μας έσωσε, μας έσωσε ένας κουτσός που δεν είχε δικαίωμα να ζήσει, δυο παιδιά που δεν είχαν δικαίωμα να ζήσουνε, διότι μας κάναν διερμηνείς, γι’ αυτό η γλώσσα ήταν κάτι το θαυματουργό. Γι’ αυτό σωθήκαμε.
Μετά, όλα τα άλλα στρατόπεδα τα περάσαμε, όχι άνετα, αλλά καταλαβαίναμε «κάντε αυτό», σιωπούσαμε, δεν μιλούσαμε, ακούγαμε, τι με θέλει; Το «εσείς είστε διερμηνείς» που μας δώσαν εκείνη τη στιγμή το χαρακτηρισμό στο Άουσβιτς, μας έσωσε. Γιατί; Διότι μας φέρανε κάθε βράδυ εις όλες τις αποστολές τις δεκαεννιά που πήγανε στο Άουσβιτς από την Ελλάδα [από τη Θεσσαλονίκη]. Ήμασταν πάντα στο σταθμό και κάναμε τον διερμηνέα και λέγαμε σ’ αυτούς που ερχόντανε «μη φωνάζετε, μην κάνετε, θα σας ξυλοκοπήσουν, θα σας κάνουνε, ακούτε τι σας λένε» και δυστυχώς τους λέγαμε τι πρέπει να κάνουν. «Μη μιλάτε» και σαν το διάβολο πήγαν όλοι στα κρεματόρια. Και τη μαμά και την αδελφή τις βάλαν στην Πολίτισε Αμπτάιλουνγκ που ήτανε γραφείο με στέγη. Όταν δουλεύεις σε γραφείο με στέγη σώνεσαι. Σε μια χώρα που έχει ένα κλίμα δυνατό και κρύο σώνεσαι, είκοσι βαθμούς κάτω από το μηδέν είχε η Πολωνία τότε, γι’ αυτό σώθηκε ο μπαμπάς κι εγώ, διότι μπήκαμε και πέσαμε κάπως ελαφρά. Μετά αρχίσανε τα παιδέματα, αλλά εν τω μεταξύ παίρναμε και ψωμί κάθε φορά, και στις δεκαεννιά αποστολές. Όταν ερχόντανε ήμασταν εκεί, αδειάζανε, φεύγανε όσοι ήταν να φύγουν για τα κρεματόρια. Και κατεβάζανε απ’ τα βαγόνια, καθαρίζανε, το κομάντο των βαγονιών, υπήρχε ένα κομάντο που βρισκότανε, τα μάζευε και τα ‘βγαζε έξω. Ανάμεσα εκεί ήταν ψωμιά, καρβέλια όλα, χώναμε ψίχες εδώ μέσα στις τσέπες, χουφτώναμε στο στόμα, τρώγαμε, τρώγαμε, τρώγαμε και σωθήκαμε. Λοιπόν ήταν ένα -το χαρακτηρίζω εγώ- θαύμα ζωής.
Το 1981 εκδόθηκε το βιβλίο του Χάιντς Κούνιο Έζησα το Θάνατο. Το ημερολόγιο του αριθμού 109565, όπου συγκέντρωσε μνήμες και ντοκουμέντα από τα ναζιστικά στρατόπεδα.