
Τελ Αβίβ, 2014

Κάθε πρωί όλοι μαζί συγκεντρωνόμασταν και λέγαμε προσευχή
Έπειτα, τις άλλες μέρες, όταν βγήκαμε, ήμασταν… ήταν δέκα μέρες πριν από το Πέσαχ. Κάθε πρωί όλοι μαζί συγκεντρωνόμασταν και λέγαμε προσευχή, αλλά κανένας δεν την ήξερε ολόκληρη. Ένας έλεγε ένα κομμάτι, άλλος άλλο κομμάτι και έτσι ήταν κάθε μέρα το πρωί. Έπειτα από δυο μέρες άρχισαν να μας μαθαίνουν τις διαταγές. Προσοχή, ανάπαυση, αριστερά, δεξιά και η πρώτη φορά εκεί ήταν ένας που μας… Ήταν ένας από τη Θεσσαλονίκη που τον είχαν φέρει με το πρώτο τρανσπόρτ, διότι ήταν οικογένεια που ήτανε απ’ τη Γερμανία και ήξεραν τα γερμανικά, δεν ξέρω αν ακούσατε, οι Κούνιο. Αυτοί ήταν εκεί, αυτοί μας έλεγαν τι να κάνομε, μας μάθαν ποιες ήταν διαταγές, «δεξιά», «αριστερά» κι όλα αυτά, «να βγάλετε» -ο καθένας είχε ένα μπερέ- «να βγάλετε τον μπερέ», «να βάλετε τον μπερέ» και έπειτα μας είπαν, «θα σας πω, για πρώτη φορά, θα σας πω αυτή τη διαταγή κι έπειτα πρέπει να την ξέρετε».
[…]
Ήρθε ένας κι άρχισε να μιλάει, δεν ξέρω πώς μιλήσαμε, ίσως με τα χέρια; Κι αυτός* μου λέει… με ρώτησε «Από πού είσαι;», του είπα «από την Ελλάδα». Μου είπε «Απ’ την Ελλάδα; Θέλεις να με διδάσκεις τα ελληνικά»; «Τι είναι εδώ;» του λέω. «Σχολείο;» «Θέλεις ή δε θέλεις»; Είπα «θέλω». Καθίσαμε κοντά σε ένα τραπέζι και του έλεγα «αυτό είναι ποτήρι, αυτό είναι ψωμί» κι όλα αυτά, «αυτό είναι παράθυρο» ό,τι βλέπαμε από κει, αυτός έγραφε στα ελληνικά. Αυτός ήταν Πολωνός, αλλά έγραφε με γράμματα ελληνικά. Την άλλη μέρα έφερε ένα βιβλιάκι, βλέπαμε τις φωτογραφίες και του έλεγα «αυτό είναι», «αυτό είναι» και αυτός έγραφε στα ελληνικά. Έπειτα από κάθε μάθημα μου έδινε ψωμί να φάω, τόρτα [γλύκισμα στα λαδίνο]. Εγώ λέω, άνθρωποι δεν έχουν τι να φάνε, αυτός έχει τόσα για να μας δώσει κι εμάς; Αλλά δεν ήξερα. Με το καιρό έμαθα και πενήντα τέσσερα χρόνια δεν ήξερα πού βρίσκεται…Αβάλ [αλλά στα εβραϊκά] μου είπε αυτός ήτανε καθηγητής στα λατινικά και στα αρχαία ελληνικά, γι’ αυτό ήξερε τα γράμματα, ήθελε να μάθει τα νέα ελληνικά κι έτσι εγώ κάθε μέρα του ‘δινα [μαθήματα], όταν ήμασταν στο νοσοκομείο, μου έδινε ό,τι είχε. Μην ξεχνάς ότι αυτοί οι Πολωνοί που ήτανε VIP να πούμε, είχανε δικαίωμα να γράφουν στο σπίτι και να λάβουν γράμματα και επίσης πακέτα. Αυτός είχε πολύ τι να φάει και μ’ έδινε, κι όταν βγήκαμε από το νοσοκομείο πήγαινα όπου κατοικούσε, στο μπλοκ τέσσερα, του έδινα μια ώρα, πριν εγώ έγραφα ένα ποίημα, ένα τραγούδι, κάτι τέτοιο, αυτός μάθαινε σιγά σιγά… Του έδωσα μαθήματα ως τον Απρίλιο ή Μάιο του σαράντα τέσσερα, όταν αυτόν τον πήγαν σε άλλο στρατόπεδο. Πολλούς μήνες δεν πείνασα.
Ήμουν άλλη μια φορά άρρωστος, μ’ έβαλαν στο νοσοκομείο, ήταν κάπου στο Ρος Ασανά, πρωτοχρονιά του σαράντα τρία. Είχα σπυριά, σπυριά σ’ όλο το… και την πρωτοχρονιά, την εβραϊκή πρωτοχρονιά, το νοσοκομείο ήταν θάλαμοι που είχανε κρεβάτια από τρεις ορόφους και μπήκε ο αρχηγός του θαλάμου κι είπε όλοι οι Εβραίοι να βγουν απ’ τα κρεβάτια, να παν εκεί όπου κοιτάζουν τους Εβραίους που είναι χολέ [chole, άρρωστος στα εβραϊκά]. Μπήκαν έπειτα ένας αξιωματικός και στρατιώτες και είπαν ποιος πηγαίνει… Έρχεται, ήταν εκεί ένα τραπέζι με τις κάρτες, κάθε ένας είχε την κάρτα του και έβγαζε το φόρεμά του, τότε σε κοίταζε αν είσαι γερός… Ήρθε η σειρά μου, έβγαλα το ρούχο και είδαν εδώ πέρα, εδώ…πήραν την κάρτα μου, την έβαλαν στο τραπέζι, ήταν δύο μέρη που έβαζαν τις κάρτες. Όλοι ξέραμε ότι ένα από τα δύο μέρη είναι αυτοί που θα τους πάνε να τους εξοντώσουν, οι άλλοι ήταν που θα τους αφήσουν για την ώρα να ζουν, αλλά δεν ξέραμε ποιο είναι ποιο. Εγώ… με κοίταξαν εμένα, εγώ νόμιζα ότι ήμουνα γερός. Δεν ξέρω, πήραν την κάρτα μου, την έβαλαν εκεί και έπειτα έφυγαν. Εμείς περιμέναμε, ξέραμε ότι θα ‘ρθει… Εγώ εν τω μεταξύ είχα το ψωμί που δίναν κι είπα Γιομ Κιπούρ εγώ δε θα φάω, και τη νύχτα που ήταν Κιπούρ μπήκε στη σάλα κάποιος αξιωματικός SS και είπε «ο καθένας που θα πούμε τον αριθμό του, πρέπει να πάρει τα πράγματα, να βγει», να έρθει σε ένα μέρος εδώ που ήταν… «να του δώσουμε ενδύματα διότι βρήκαμε ότι δεν είναι τόσο δυνατός και θα τον πάμε στο σανατόριο». Έτσι έλεγαν, εμείς ξέραμε ότι θα τους πάρουνε να τους εξοντώσουν. Και τώρα πρέπει να σκεφθείτε ότι εγώ είμαι σ’ αυτό το θάλαμο, ακούω έναν αριθμό, δεν είναι ο δικός μου, κάνω μια έτσι [ανάσα] αλλά δεν ξέρω τι θα είναι ο άλλος αριθμός κι έτσι καλούσαν, καλούσαν, καλούσαν. Αγωνία; Πιο πολύ από αγωνία. Στο τέλος, όπως μπορείτε να φανταστείτε, δεν άκουσα. Δεν είπαν τον αριθμό μου.
*Πρόκειται για τον Franciszek Czyz (1910-1958) για τον οποίο ο Μοσέ Αελιών κάνει εκτενή αναφορά στο βιβλίο του Ωδίνες θανατου. Το χρονικό ενός σαλονικιού Εβραίου στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης Άουσβιτς, Μαουτχάουζεν, Μελκ, Έμπενζεε και τα μετά την απελευθέρωση (Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2020).