Στέλλα Μιγιονί Κοέν

ΙΩΑΝΝΙΝΑ – ΑΟΥΣΒΙΤΣ – ΙΩΑΝΝΙΝΑ

Από τη συνέντευξη της Στέλλας Μιγιονί Κοέν στην Άρτεμη Αλκαλάη


Ιωάννινα
6 Απριλίου 2014


Γλώσσα συνέντευξης:
ελληνικά

Ιωάννινα, 2014

Κι η ίδια πολλές φορές αναρωτιέμαι «τα’ ζησα στ’ αλήθεια»;

 

Πήγα σε πολλά στρατόπεδα, τι να πρωτοπώ, τι να πρωτοπώ… Κι η ίδια πολλές φορές αναρωτιέμαι «τα’ ζησα στ’ αλήθεια»; Τώρα φοβάμαι, δεν ξέρω. Έκανα καλά; Οι ψυχές ζούνε… Θέλαν να τα πω; Δεν ξέρω αν έκανα καλά.

 

Αναρωτιέμαι αν δεν μπορούσα να μην πω τις φρικαλεότητες που πέρασαν. Δεν είναι δυνατόν να σκεφτεί άνθρωπος τι πέρασαν. Μέσα στα βαγόνια που ήτανε, Θεέ μου, ούτε νερό, ούτε φως. Η αδερφή μου είχε εξίμισι μηνών μωρό, αφού δεν έπινε και δεν έτρωγε η μάνα, δεν είχε και το παιδί και το στήθος της έτρεχε αίμα κι εκείνο βύζαινε αίμα. Τι να σας πω… Την έπιασαν πόνοι την Εφέ, τη νύφη μου, μέσα στο τρένο. Σταθήκαμε κάπου, το τρένο κάπου σταμάτησε. Δεν ξέρω, κάτω αυτοί που φτιάχνανε, επιτηρούσανε τις ράγες των βαγονιών, λέει «gold, gold» [χρυσό στα γερμανικά] φώναζαν, ήτανε ένα παραθυράκι, τι να σας πω, δεκαπέντε πόντους με εφτά κι άλλους δεκαπέντε, έτσι, μια τρύπα και φωνάζανε «gold», αν είχουμε χρυσό. Και τότε ένας θείος της κάτω, ήταν τραπεζικός, «ε, κυρά Φλώρα, έχεις κρύψει κάτι;», «τι θέλεις να μάθεις;» του λέει. «Θα πάρουμε κεριά, αν τύχει και πιάσουν οι πόνοι τη νύφη σου να μπορέσει η μαμά μου να κάν’ τη μαμή». Κι είχε η μαμά μου κρυμμένο ένα πεντόλιρο, το έδεσε σε σχοινί, το κατέβασαν κάτω και μας ανέβασαν δύο κεριά και δυο κουτιά γάλα, αλλά αυτό το γάλα πώς να το δώσεις σ’ ένα μωρό έξ’ μηνών, που ήταν στο τενεκεδάκι, αυτό το κουτί.

 

[…]

 

Κι όταν μας πήραν να μας… αμέσως το ίδιο βράδυ κλαίγαμε μεταξύ μας «τι θα μας κάνουνε, πού πήγ’ η μαμά μου, πού πήγαν τ’ αδέλφια μου;». Μετά ήρθε μία κοπέλα απ’ τη Θεσσαλονίκη. «Θέλεις να μάθεις πού είν’ η μαμά σου κι η οικογένεια σου;». Λέω «ναι, αν είναι δυνατόν» και μ’ λέει «κοίταξε δω», η φωτιά έκαιγε μέχρι τον ουρανό «αυτού μέσα είναι η οικογένειά σου». Της ρίχτηκα σαν η λέαινα να τη σκοτώσω. «Δεν είναι δυνατόν. Εγώ προηγουμένως, πριν μια ώρα, ήμουν με τους γονείς μου. Πώς είναι δυνατόν τώρα να καίγονται;» Και όμως. Κι είπα «Θεέ μου συγχώρεσε με, αν πράγματι είσαι Θεός στον ουρανό κι εσύ να καείς μ’ αυτή τη φωτιά». Δεν άντεχα άλλο. Δεν μπορούσα να διανοηθώ από δεκαπέντε άτομα οικογένεια στο τραπέζι να βρεθώ σε… και να μου λέει «καίγονται». «Γιατί καίγονται»; Πώς είναι δυνατόν να σκεφτείς ότι αυτοί οι άνθρωποι χωρίς να φταίξουνε, δεν έκαναν κάτι, δεν πείραξαν κανέναν. Θέλαν να δουλέψουνε; Να δουλέψουνε. Όχι να καούν.

 

Citation: «Στέλλα Μιγιονί Κοέν», αποσπάσματα από τη συνέντευξη στην Άρτεμη Αλκαλάη στο πλαίσιο του πρότζεκτ «Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος», Ιωάννινα, 6 Απριλίου 2014, https://greekjewsholocaustsurvivors.art/profile/stella_cohen/