«Σπουδή πάνω στο τραύµα, τη µνήµη και την απώλεια: Έλληνες Εβραίοι επιζώντες από το Ολοκαύτωµα»,
έκθεση στο πλαίσιο της Παγκόσµιας Ηµέρας Μνήµης του Ολοκαυτώµατος 2018, Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (28.1 – 28.2.2018).

Έκθεση της Άρτεμης Αλκαλάη στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, «Σπουδή πάνω στο τραύμα, τη μνήμη και την απώλεια: Έλληνες Εβραίοι επιζώντες από το Ολοκαύτωμα»

Ο τίτλος της έκθεσης της Άρτεμης Αλκαλάη, «Σπουδή πάνω στο τραύμα, τη μνήμη και την απώλεια: Έλληνες Εβραίοι επιζώντες από το Ολοκαύτωμα», καλύπτει με τρόπο άμεσα αποτελεσματικό, απτό και συγκεκριμένο τις πολυχρησιμοποιημένες έννοιες μνήμη και τραύμα, τις αποσπά από τη θεωρία και τους δίνει σώμα και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Κι αυτό γιατί η εικαστικός Άρτεμις Αλκαλάη, μαθήτρια του Γιάννη Μόραλη και του Δημήτρη Μυταρά, πέρασε από τη ζωγραφική σε μια περιοχή της καλλιτεχνικής δημιουργίας που περιλαμβάνει εικαστικά μέσα, τη φωτογραφία και τις κατασκευές από διάφορα άλλα υλικά, με το ζητούμενο να αναδείξει τις ανθρώπινες ιστορίες κατατρεγμού, πόνου, ξεριζωμού, μέσα από τα πρόσωπα των ανθρώπων που βρέθηκαν μπροστά στο ακραίο, που γνώρισαν την απώλεια της εστίας, την περιπλάνηση, την προσφυγιά, τον εγκλεισμό σε καταυλισμούς προσφύγων και στρατόπεδα μελλοθανάτων. Αυτή ειδικά η έκθεση είναι αφιερωμένη στους επιζώντες από το Ολοκαύτωμα.

 

Πιστεύω ότι από όλες τις τέχνες, δύο είναι εκείνες που μπορούν να αποδώσουν καλύτερα τις παραπάνω καταστάσεις, κι αυτές είναι η λογοτεχνία και η τέχνη της εικόνας. Και στις δύο περιπτώσεις, τόσο με τον λόγο όσο και με την εικόνα, ο καλλιτέχνης συνθέτει με τα υλικά του μια αφήγηση που μπορεί να ξαναστήσει μπροστά μας την απάνθρωπη και επώδυνη πλευρά της ιστορίας, στα πρόσωπα των θυμάτων της. Θυμίζω ότι το Ολοκαύτωμα μας έγινε γνωστό από βιβλία, από το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, κι από τις εξαίρετες σελίδες του Θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου, του Νίκου Μπακόλα, της Νίνας Κοκκαλίδου-Ναχμία και πολλών άλλων που έγραψαν ως αυτόπτες μάρτυρες για τους διωγμούς των Εβραίων και στάλαξαν μέσα μας τον συγκλονισμό, την απορία, τη συναίσθηση και την ταύτιση με τα διωκόμενα και καθημαγμένα πρόσωπα. Στις ιστορίες τους τα πρόσωπα ζουν το δράμα τους στον περιβάλλοντα χώρο της πόλης τους, και η ζωή τους είναι αναπόσπαστη με τα σπίτια τους, αυτά όπου γεννήθηκαν, έζησαν και εγκατέλειψαν χωρίς ελπίδα επιστροφής.

 

Τις φωτογραφίες της Άρτεμης Αλκαλάη τις τοποθετώ ακριβώς πλάι σ’ αυτά τα λογοτεχνικά κείμενα, και θα έλεγα ότι τα συμπληρώνουν, γιατί η καλλιτέχνης, όπως και οι συγγραφείς που ανέφερα, αναπαριστά με τον φακό της όχι μόνο τα πρόσωπα των Εβραίων επιζώντων από το Άουσβιτς, αλλά και την εστία τους, το σπίτι τους, που εδώ γίνεται ένα εικαστικό μοτίβο, ένα σύμβολο, χωριστό για τον καθένα, που έχει κατασκευάσει με διάφορα υλικά, χαρτιά, χαρτόνια, υφάσματα, υφαντά από τον αργαλειό, ξύλα, σχοινιά. Χάρη σ’ αυτό τον συνδυασμό των προσώπων και των εικαστικών κατασκευών, η καλλιτέχνης δεν προβάλλει μόνο τα πρόσωπα αλλά αφηγείται μια ιστορία που έχει ως επίκεντρο το σπίτι, μας υποβάλλει το ενδιαφέρον για την ιστορία τους, την περιπλάνησή τους μέχρι τις μέρες μας, όπου οι επιζώντες, ηλικιωμένοι πια, φωτογραφίζονται στη νέα τους εστία, που τους προστατεύει και ανακουφίζει από τους εφιάλτες.

 

Αναμφίβολα η φωτογραφία είναι ένα πολύ ισχυρό μέσο. Η φωτογραφία επιβεβαιώνει το παρελθόν, το φέρνει στο παρόν. Βλέπουμε ένα πρόσωπο στη φωτογραφία και νιώθουμε ότι μας μιλά όχι μόνο για το παρελθόν του αλλά και για το παρόν του και το παρόν μας. Η φωτογραφία γίνεται κατ’ εξοχήν το πεδίο συνάντησης του θεατή με την ιστορία μέσα από τα πρόσωπα και τα μάτια των άλλων. Όταν κοιτάζεις κάποιον στα μάτια, κι έχεις τα δικά σου μάτια ανοιχτά, αισθάνεσαι τον μυστικό δεσμό που σε ενώνει με τους συνανθρώπους σου, αισθάνεσαι ευθύνη για τον Άλλο, όπως γράφει ο Λιθουανός φιλόσοφος Εμμανουέλ Λεβινάς. Αυτόν ακριβώς τον δεσμό προσπαθεί να καταστρέψει και να μετατρέψει σε μίσος ο αντισημιτισμός και κάθε μορφή ρατσισμού, νεκρώνοντας το ηθικό κέντρο απ’ όπου πηγάζει η συμπόνια για τη βάσανο του συνανθρώπου, το πένθος μας μπροστά στον θάνατό του, την ενοχή που δεν μπορέσαμε να τον βοηθήσουμε.

 

Θέλω ακόμη να θυμίσω ότι ολόκληρος ο τεράστιος μηχανισμός της αντισημιτικής προπαγάνδας των ναζί υπό τον υπουργό Γκέμπελς στηριζόταν στην προσπάθεια να υποσκάψει και να αλλοιώσει τα πραγματικά πρόσωπα των Εβραίων και να τα μετατρέψει σε τερατόμορφες και αποκρουστικές μορφές στο φαντασιακό των Γερμανών, γεμίζοντας τα έντυπα, τις αφίσες, τα βιβλία με καρικατούρες σχεδιασμένες από τους υπαλλήλους του διωκτικού μηχανισμού. Τύπωναν και αφισοκολλούσαν παντού ζωγραφισμένα πρόσωπα Εβραίων με γαμψές μύτες και σατανικό βλέμμα, για να πείσουν ότι οι Εβραίοι είναι κατώτερη φυλή, που δεν έχει δικαίωμα ύπαρξης στη Γερμανία και την Ευρώπη γιατί μολύνει το αίμα των φυλετικά ανώτερων Γερμανών Αρίων.

 

Στα μεγάλα εβραϊκά μουσεία της Ευρώπης και της Αμερικής η έκθεση φωτογραφιών των θυμάτων του Ολοκαυτώματος αποτελεί σημαντικό μέρος. Στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος στην Ουάσινγκτον υπάρχει ένα ειδικό τμήμα, ο «Πύργος των προσώπων», με περίπου 1.500 φωτογραφίες θυμάτων του ναζιστικού διωγμού σε έναν στενό ανηφορικό διάδρομο. Ο επισκέπτης αισθάνεται να τον διαπερνά το ρίγος της ιστορίας μπροστά σ’ αυτά τα πρόσωπα αυτών των παλιών μαυρόασπρων φωτογραφιών που ζωντανεύουν το παρελθόν, την καταστροφή και το πένθος.

 

Οι φωτογραφίες της Άρτεμης είναι εντελώς διαφορετικές. Ανήκουν σε ανθρώπους που επέζησαν. Είναι πρόσφατες, κι οι ίδιοι είναι πλέον ηλικιωμένοι, από 74 μέχρι 104 χρονών. Είναι επιζώντες, άνδρες και γυναίκες, από τη Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα, την Άρτα, την Καστοριά, την Κέρκυρα, τη Χαλκίδα, τα Τρίκαλα, τη Ρόδο. Πολλοί από αυτούς ζουν πλέον στην Αθήνα, στο Τελ Αβίβ, κάποιοι στο Λος Άντζελες των ΗΠΑ. Η Άρτεμις τους αναζήτησε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, στα σπίτια τους, στα γηροκομεία, στους επαγγελματικούς τους χώρους. Πήγε, τους επισκέφθηκε, μίλησε μαζί τους, άκουσε τις ιστορίες τους, έφτιαξε μια σχέση οικειότητας κι έπειτα τους φωτογράφισε με τη δική τους συνεργασία, και η φωτογραφία έγινε μέρος της γνωριμίας και της ψυχικής επαφής.

 

Στις φωτογραφίες αυτές τα πρόσωπα ανήκουν στον κύκλο της μνήμης αλλά και σ’ εκείνον της επιβίωσης. Το πένθος εδώ έχει ένα ανοιγμένο παράθυρο στην ελπίδα, στην άρνηση του θανάτου, στην κατάφαση της ζωής. Κι αυτή η κατάφαση εξισώνεται με τη διατήρηση της μνήμης. Γιατί κάθε πρόσωπο ενσαρκώνει τη μνήμη των μελών μιας εξοντωμένης οικογένειας, μιας αφανισμένης κοινότητας.

 

Η Άρτεμις ξεκίνησε αυτό το εικαστικό εγχείρημα πριν από χρόνια. Στην πρώτη της έκθεση στο Μουσείο Διασποράς στο Τελ Αβίβ είχε μόνο 21 πρόσωπα. Σε μια μεγάλη έκθεση στο Ινστιτούτο Θερβάντες στην Αθήνα τα πρόσωπα έγιναν 44. Κι εδώ παρουσιάζει για πρώτη φορά 64 πρόσωπα. Οι 34, στο εσωτερικό των πάνελ, είναι από τη Θεσσαλονίκη. Από αυτούς, 13 οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου, το στρατόπεδο εξόντωσης επί πολωνικού εδάφους. Το βασικό διακριτικό τους γνώρισμα είναι ο αριθμός που έχουν αποτυπωμένο στο χέρι με τατουάζ. Όμως δίπλα ή πίσω τους βρίσκεται το συμβολικό σπίτι που κατασκεύασε η Άρτεμις, διαφορετικό για τον καθένα. Ουσιαστικά, η φωτογραφία αποτελεί μέρος ενός κολλάζ όπου το πραγματικό συνυπάρχει με το φανταστικό, η ιστορία με τη μυθοπλασία, το ντοκουμέντο με το συναίσθημα. Η καλλιτέχνης τα συνενώνει και τα χρωματίζει αισθαντικά, χάρη στο εικαστικό σύμβολο, το σπιτάκι με την καμινάδα. Το κολλάζ, μια πρωτοποριακή τεχνική που άνθισε στην Ευρώπη τον μεσοπόλεμο, εδώ λειτουργεί με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα: αιχμαλωτίζει το βλέμμα, γεννά έκπληξη και περιέργεια, δονεί και ταυτόχρονα προβληματίζει. Κοιτάμε το πρόσωπο κι έπειτα το σπιτάκι, έπειτα και τα δυο μαζί. Βλέπουμε τον επιζώντα πλαισιωμένο με αυτή την άλλη πραγματικότητα της φαντασίας του καλλιτέχνη, που αναζητά το «Θαύμα», τη χαρά της ζωής, την ανακούφιση και τη λύτρωση από τον πόνο, την αντίσταση στο μαύρο του διωγμού με χρώματα και με φως.

 

Πλάι σ’ αυτούς φωτογραφίζονται 30 επιζώντες που δεν οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς αλλά στο Μπέργκεν-Μπέλζεν, στρατόπεδο συγκέντρωσης επί γερμανικού εδάφους, χωρίς θαλάμους αερίων, όπου οι θάνατοι προέρχονταν από ασιτία και κακουχίες. Οι επιζώντες σώθηκαν χάρη στα πιστοποιητικά και τα ισπανικά διαβατήρια που τους έδωσε ο Ισπανός πρόξενος Sebastián Romero Radigales – η Ισπανία δεν ήταν κατεχόμενη χώρα. Στο Μπέργκεν-Μπέλζεν οι κρατούμενοι δεν σφραγίζονταν με τατουάζ και ζούσαν κάτω από λιγότερο απάνθρωπες συνθήκες, περιμένοντας τη μεταφορά τους στην Ισπανία. Εδώ, οι όμηροι φωτογραφίζονται με τα διαβατήρια και τα επίσημα έγγραφα στα οποία χρωστούν τη σωτηρία τους. Ωστόσο, οι ιστορίες του ξεριζωμού τους δεν διαφέρουν από των άλλων. Και οι δικές τους κοινότητες εξαφανίστηκαν από τον χάρτη.

 

Καθώς θυμάται την εμπειρία της φωτογράφισης γράφει κάπου η Άρτεμις Αλκαλάη:

«Σαν να ξεχάσανε για λίγο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και να έγιναν ξανά παιδιά». «Δεν διαγράφεται ποτέ από τη μνήμη μας το σπιτάκι με την καμινάδα. Το αρχετυπικό σπίτι που καταλαβαίνουν όλοι οι πολιτισμοί. Ήταν το διαβατήριο για να μου ανοίξουν οι πόρτες. Με το σπιτάκι αυτό άνοιξαν καρδιές». Η καθησυχαστική επίδραση του σχήματος, της παρουσίας και του συμβολισμού του μικρού «οίκου» που, σαν παιχνίδι, άλλαζε τους κώδικες της στερεότυπης επικοινωνίας, οδήγησε σε μια σειρά πορτρέτων σαν αλληγορίες γύρω από την έννοια της γεωγραφικής, οικογενειακής και ψυχικής «εστίας». Το υποκείμενο βρέθηκε σε διάλογο με το ιστορικό υλικό του.

 

Θεωρώ σημαντικό που η έκθεση της Άρτεμης Αλκαλάη ήρθε και στη Θεσσαλονίκη και στεγάζεται σε έναν σημαντικό χώρο της τέχνης και του πολιτισμού, το Μέγαρο Μουσικής, που διανύει μια νέα περίοδο με πλούτο δραστηριοτήτων. Ειδικά για μια πόλη με την ιστορία της άλλοτε πολυεθνικής Θεσσαλονίκης, η μουσική είναι μια γλώσσα ταιριαστή γιατί δεν έχει σύνορα και εκφράζει όλους τους λαούς που έζησαν εδώ και έδωσαν στην πόλη το πρόσωπό της και τον ιστορικό πλούτο της. Κι εγώ είμαι ευτυχής που βλέπω τα πρόσωπα των επιζώντων με φόντο τον Θερμαϊκό – είναι σαν να ξαναγυρίζουν στην πόλη τους.

 

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου