Αννέτ Φλωρεντίν Καμπιλή

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΟΥΣΒΙΤΣ – NIKAIA

Από τη συνέντευξη της Αννέτ Καμπιλή στην Άρτεμη Αλκαλάη


Νίκαια
21 Οκτωβρίου 2016


Γλώσσα συνέντευξης:
γαλλικά & ελληνικά

 

 

Νίκαια, 2016

Δεν ξέρω αν μπορώ να σας πω, γιατί φοβάμαι να σας πω την αλήθεια…

 

Στο σπίτι μιλούσαμε τα λαδίνο και πολλές φορές η μαμά μου με τον αδελφό μου που μιλούσανε γαλλικά, όταν δεν ήθελαν να ξέρουμε για τι μιλάνε. Εγώ πήγαινα… οι δύο αδελφοί μου πήγαιναν στο L´Alliance Française κι όταν εγώ πήγα στο σχολείο δεν ήθελαν να με πάρουν, γιατί είχε δύο και πού με … πήγα où [πού στα γαλλικά]; Σ’ ένα εβραϊκό σχολείο, γιατί δεν υπήρχε ελληνικό. Οι Έλληνες με τους Έλληνες κι οι Εβραίοι με τους Εβραίους. Αν είχε λεφτά [η οικογένεια] μπορούσα να πάω chez les Soeurs [στις καλόγριες]. Δεν είχε λεφτά και πήγα στο ισραηλιτικό σχολείο. Επί εφτά χρόνια, και τα μιλούσα τα εβραίικα όπως μιλούσα τα ελληνικά. Κι όταν ήμουνα πια που εκεί τελείωσα, δεν ήξερα καλά τα ελληνικά όπως πρέπει για να πάω στο… γυμνάσιο. Τότες η μαμά μού πήρε έναν δάσκαλο και επί τρεις μήνες έπρεπε να μάθω, να μάθω, να μάθω, να μάθω τα ελληνικά κι όταν πέρασα τις εξετάσεις με πήρανε στο σχολείο.
[…]

 

Η πρώτη δουλειά που μου έβαλε αυτός ο Γερμανός ήτανε σε ένα νοσοκομείο με Πολωνέζοι, Πολωνέζοι και Russes, Russes femmes [ρωσίδες γυναίκες στα γαλλικά]. Ήτανε άρρωστοι. Λοιπόν εκεί τι έκανα; Excusez-moi, έπρεπε να βγάλω les excréments, vous savez ce que c´est les excréments ? Quand les seaux ils étaient plein de κακά il fallait que je fasse deux kilomètres pour aller les vider, vous avez compris ? Est-ce que vous avez compris ? Qu’est-ce que c’était come travail ? [Με συγχωρείτε, έπρεπε να βγάλω τα κόπρανα, ξέρετε τι σημαίνει; Όταν γέμιζαν οι κουβάδες κακά, έπρεπε να κάνω δύο χιλιόμετρα για να τους αδειάσω, καταλαβαίνετε; Καταλάβατε; Καταλαβαίνετε τι δουλειά ήταν αυτή;]

 

Bon, mais à la fin il y avait, j´avais toit, [Τέλος πάντων, αλλά τελικά υπήρχε, είχα στέγη] μπορούσα, δεν είχε πολύ κρύο. Και αυτοί οι Πολωνέζοι και οι Ρώσσοι με πήρανε σαν ένα μικρό κορίτσι, με λέγανε, δεν με φωνάζανε Εβραία, μου λέγανε «Gretchinka», Gretchinka, λέγεται Grecque en polonais [Ελληνίδα στα πολωνικά] και αυτό με δώσανε, με δώκανε κάτι να φάω, λίγο ψωμί και πολλές φορές κάνανε πατάτες με νερό και μου δώσανε να πιω λίγο το νερό και μια πατάτα και… και γι’ αυτό σώθηκα. Επί οκτώ μήνες δούλεψα σ’ αυτό το νοσοκομείο. Και μετά έπεσα άρρωστη. Είχα το typhus [τύφο] και με πήγανε στην κλινική που ήταν το typhus avec, μαζί με τους άλλους και αυτό ήτανε δύσκολα, γιατί δεν είχαμε, δεν μας δίνανε τίποτα για την… γι’ αυτό. Και ό,τι αν είχα, λίγο ψωμί ερχότανε από το παράθυρο και έδωνα το ψωμί για να πάρω λίγο νερό, νερό, νερό και τι νερό. Επάνω στο νερό είχε ένα δάχτυλο de rouille, vous savez c’est ce que c’est rouille ? [σκουριά, ξέρετε τι σημαίνει σκουριά;]

 

Όταν αφήνεις ένα… si vous laissez dans l’eau un morceau de fer ça fait rouiller [αν αφήσεις ένα κομμάτι σίδερο στο νερό θα σκουριάσει]. Σκουριά όπως les clous, vous savez, ça fait jaune, alors cette elle eau n’était pas potable, mais [τα καρφιά, ξέρετε, γίνεται κίτρινο, λοιπόν αυτό το νερό δεν ήταν πόσιμο], αλλά για μένα ήτανε… νερό, νερό, νερό, γιατί είχαμε, είχαμε πολύ fièvre [πυρετό]. Λοιπόν, αλλά αυτός, εγώ ήμουνα κάτω και είχε τρία, ακόμη δύο πατώματα επάνω κι όταν τη νύχτα άκουσες φωνάζανε «μαμά, μαμά μαμά, μαμά», toute la nuit [όλη νύχτα]. Όλοι φωνάζανε, είχαν τρελαθεί γιατί είχαν πολύ, πολύ fièvre. Και αυτοί που ήτανε απάνω έκαναν πιπί στο κεφάλι σου, αυτοί… Λοιπόν έμεινα… Κι ο γιατρός έλεγε «αυτή να μην την πάρουν για να την κάψουν», γιατί κάθε δυο μέρες ερχότανε το αυτοκίνητο και έπαιρνε τους, αυτοί που ήταν άρρωστοι για να τους κάψουνε. Κι εγώ…, εμένα δε με πειράζανε μέχρι που όταν ήμουνα καλύτερα κι όταν ήμουνα καλύτερα, αλλά δεν είχα τίποτα, δεν είχα ούτε ένα χάπι και μετά όταν έφυγα από το… ξαναπήγα πάλι σε άλλο νοσοκομείο [για να δουλέψει].
[…]

 

Ήτανε πολύ δύσκολο πολύ δύσκολο για μένα, γιατί το πρωί όταν πεθαίνανε, να σας πω, δεν ξέρω αν μπορώ να σας πω, γιατί φοβάμαι να σας πω την αλήθεια, το πρωί όταν ήτανε έτσι κατά τις εφτά πηγαίναμε να δούμε ποιος πέθαινε και τις παίρναμε από τα πόδια κι από τα μπράτσα και τους βάζαμε έξω. Είναι πολλές που les rats, les rats. Ποντίκια… τις έτρωγε ό,τι είχε, έτσι, ούτε μπορούσε πια να φωνάζει, είναι, είναι…

 

Έξω, και αν ένα αεροπλάνο πετούσε από πάνω θα έλεγε ότι ήτανε des arbres, πώς λέγεται; δέντρα, γιατί ήτανε ένας πάνω στον άλλο [τα πτώματα], τα πετάγαμε, τα πετάγαμε, ένα πάνω στο άλλο. Δεν ήτανε πια… ήτανε δύσκολα, πολύ δύσκολα, γιατί ξέρεις μεθαύριο ακόμα και εγώ θα είμαι έτσι…

 

Citation: «Αννέτ Φλωρεντίν-Καμπιλή», αποσπάσματα από τη συνέντευξη στην Άρτεμη Αλκαλάη στο πλαίσιο του πρότζεκτ «Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος», Νίκαια, 21 Οκτωβρίου 2016, https://greekjewsholocaustsurvivors.art/profile/annet-florentin/