
Βρυξέλλες, 2019

Τι εκάναμε εμείς; Τι φταίμε εμείς;
Εγώ δεν έμενα στη Οβριακή. Έμενα στο Νιοχώρι, που ’ναι όλοι οι Έλληνες να πούμε [Χριστιανοί]. Εκεί εχτίσαμε, εκεί εμέναμε, όλα, και στο σκολείο που πάενα μέχρι πέντε elementaire [5η δημοτικού στα γαλικά], ήτανε οι Ιταλοί. Εμαθαίναμε ιταλικά. Και ύστερα, η οικογένειά μας, είναι μεγάλη οικογένεια, είχαμε καταστήματα στη Ρόδο και στη Λέρο, υφάσματα. Τότες δεν πουλούσαμε έτοιμα πράματα, ήτανε όλο να κόψεις με το ψαλίδι και να ράβεις, και είχαμε δύο μαγαζιά στη Λέρο, ένα στη Λακκί κι ένα στην Αγιά Μαρίνα, και το κεντρικό στη Ρόδο. Η οικογένειά μας είχαμε άνετα, η οικογένεια η μεγάλη ήτανε στο Παρίσι και στη Βραζιλία. […] Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στη Ρόδο, εφώναξε τη μάνα μου [ο πατέρας] για να πάμε εκεί [στη Βραζιλία], να τα διαλύσουμε όλα στη Ρόδο και να φύγουμε. [Εκείνη] δεν έθελε. «Πώς θ’ αφήσουμε τα σπίτια μας, πώς θ’ αφήσουμε τα μαγαζιά μας». «Δεν ξέρω». Και ο πατέρας μου εγύρισε πίσω [από Παρίσι], έπιασε πληρωσίτη [πλευρίτιδα]. Τότες δεν είχε πενισιλίνα [πενικιλίνη], επέθανε. Επέθανε.
Και λοιπόν, ήρθανε οι Γερμανοί στη Ρόδο, μας επήρανε, μας εβάλανε σε τέσσερα βαπόρια, μας πήρανε στην Αθήνα, μας εβάλανε μέσα στο Χαϊδάρι. Απ’ το Χαϊδάρι να πάμε στην Άουσβιτς, δεκαεφτά μέρες, δεκαεφτά νύχτες, αυτά είναι. Ύστερα, που ήμουνα εκεί κάνανε selection για τις δουλειές, για το ένα, το άλλο κι ύστερα μας πήρανε στο Μαουτχάουζεν, επειδής οι Ρώσοι έρχονται από δω, μας πήρανε στο Μαουτχάουζεν. Το Μαουτχάουζεν χειρότερο από το Άουσβιτς. Μας βάλανε σε γκεντέκτε λάγκερ εμάς τους Εβραίους, δίχως καμπάνα [κοιτώνας], δίχως τίποτα, πάνω στο χιόνι να κοιμούμαστε. Αντέξαμε κι αυτό. Αντέξαμε κι αυτό και ελευτερωθήκαμε από τους Αμερικάνους. «Πού θέλεις να πας;», λέει. «Στη Ρόδο. Πού θέλεις να πάω»; «Μα δεν έχει βαπόρια, δεν έχει αερόπλανα που πάνε στη Ρόδο για την ώρα». Επερίμενα ένα μήνα. Με λέει «έχει ένα βαπόρι ιταλικό που πάει στην Αίγυπτο», λέω «να πάω στην Αίγυπτο, είναι κοντά στη Ρόδο». Ήμπα μέσα στο βαπόρι, πήα εκεί. Η Κοινότητα εκεί με περίβαλε με μεγάλο onore [τιμή στα ιταλικά], στην οβριακή κοινότητα, μεγάλο onore και… και ό,τι θέλω, και ρούχα να φορέσω… Και [μετά] πήα στη Ρόδο. Ύστερα που πήα στη Ρόδο, αρκινίσανε οι Έλληνες. Εκεί «τι να πας να ψωνί[σεις];», ο αδερφός μου άνοιξε μαγαζί με υφάσματα με ένα μεγάλο της Αφρικής δισεκατομμυριούχος. «Μην πάτε όλοι στον Εβραίο να ψωνίσεις, ελάτε σ’ εμάς», το ένα το άλλο, αρκινίσανε τέτοια…Δεν μπορώ να τα πω [στην κάμερα]… Με κατάλαβες; Αυτή η ζήλεια υπάρχει…Τι εκάναμε εμείς; Τι φταίμε εμείς;