Ρόζη Λεβή Σαλτιέλ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΜΠΕΡΓΚΕΝ-ΜΠΕΛΖΕΝ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Από τη συνέντευξη της Ρόζης Σαλτιέλ στην Άρτεμη Αλκαλάη

Θεσσαλονίκη
11 Δεκεμβρίου 2015


Γλώσσα συνέντευξης: ελληνικά

Θεσσαλονίκη, 2015

Τους αφήσαμε εκεί πέρα, στο Τρέμπιτς

 

Όταν ήμασταν στο στρατόπεδο, κάθε Κυριακή που δεν δουλεύαμε, που ήταν μια διαφορετική μέρα, για να δούμε αν είναι άλλοι Έλληνες Εβραίοι σε άλλα αντικρινά στρατόπεδα τραγουδούσαμε τον εθνικό ύμνο και πάντα και τώρα όταν τον ακούω, πολύ έτσι κλαίω. Θυμάμαι εκείνες τις μέρες κι όταν ακούγαμε απ’ την άλλη μεριά να τραγουδάνε κι αυτοί, τι να σου πω, μια χαρά ότι υπήρχε κι άλλη ζωή και αδερφική ζωή απ’ την άλλη μεριά από τα συρματοπλέγματα.

 

[…]

 

Όταν έρχονταν [οι Άγγλοι] να απελευθερώσουν το Μπέργκεν-Μπέλζεν, οι Γερμανοί μας έβγαλαν… μας έβαλαν σ’ ένα τρένο και πίσω στα βαγόνια είχαν βάλει και φαντάρους τους. Μας μετακινούσαν με την προοπτική ότι όταν θα ‘φθαναν σε καμιά γέφυρα να μας ανατίναζαν…. Το πολύ δύσκολο είναι ότι μας μετακινούσαν χωρίς καθόλου φαγητό, τίποτα, τίποτα, τίποτα και νηστικοί… μας πήγαιναν κάπου στη Γερμανία, δεν ξέραμε, αλλά ύστερα από μια μέρα που μας μετακίνησαν, τη δεύτερη μέρα άρχισαν να μας έρχονται τα αεροπλάνα τα συμμαχικά. Ξέρεις πόσο χαμηλά; Σχεδόν τους βλέπαμε, αφού βλέπαμε και τους αεροπόρους. Και η μαμά μου η καημένη, ο μπαμπάς μου μ’ ένα κομμάτι πουκάμισο, βγαίναμε και τους κάναμε έτσι [κουνάει το χέρι της σαν να κινεί σημαία]. Τους βλέπαμε τους Αμερικανούς, μάλλον Αμερικανοί ήτανε ή Άγγλοι. Κάποτε, τόσο πολύ μας είχαν βομβαρδίσει, είχαν φθάσει τόσο χαμηλά, που οι Γερμανοί μας είχαν ανοίξει τα βαγόνια γιατί ήταν με …μας άνοιξε τα βαγόνια κι είχε ένα δασάκι και κατεβήκαμε όλοι κι οι φαντάροι τους κι εμείς, γιατί αν βομβάρδιζαν τα τρένα να σωζόμασταν κι εμείς; δεν ξέρω γιατί το ‘καναν οι Γερμανοί, μάλλον άνοιξαν τους δικούς τους, άνοιξαν και μας δυο τρία βαγόνια που ήμασταν.

 

Και πεταχτήκαμε όλοι στο δασάκι, μείναμε δεν ξέρω πόσο, ώσπου τελείωσαν, έφυγαν οι Αμερικανοί με τα αεροπλάνα από πάνω. Ξαναμπήκαμε στο… και ξαφνικά σταματάει το τρένο με τη προοπτική να μας ανατινάξουν. Ε …και ο πατέρας μου και κάνα δυο άλλοι λεν τους Γερμανούς «να σας δώσουμε» λέει «να βγάλετε τα πολιτικά [εννοεί στρατιωτικά] να σας δώσουμε ρούχα» από πολλά που είχαμε, ότι… ναι και να μη σας βρούνε, γιατί ερχόταν οι Σύμμαχοι και πραγματικά την μια μέρα φύγαν οι Γερμανοί, την άλλη ήρθαν οι Ρώσοι και μας απελευθέρωσαν. Εν τω μεταξύ όλοι είχαμε εξανθηματικό τύφο, ήμασταν σε μεγάλο χάλι και έρχονται οι Ρώσοι, οι οποίοι ήρθαν, στην αρχή οι αξιωματικοί επάνω σε άλογα, ξυπόλητοι, χειμώνας ήταν ξυπόλητοι, δεν είχαν… Και κάτι ξανθοί που είναι ψηλοί οι Ρώσοι, ξέρεις ωραίοι και στα άλογα επάνω κι έλεγε ο μπαμπάς μου «να τους δω» λέει «σαν άγγελοι». Πραγματικά, κάθε φορά που ακούω Ρώσο ξέρεις και αυτό… ξέρεις  πώς συγκινούμαι, ξέρεις τι είναι; Τους είδαμε μαλάχ [άγγελος στα εβραϊκά] που λέμε εμείς. Και τότε αυτοί μας… κατεβήκαμε απ’ το τρένο, άρχισαν κι αυτοί να πάμε στο πιο κοντινό χωριό, να μας πάνε. Ε και βρήκαμε ένα χωριό εκεί πέρα κοντά, μας πήγανε, το λέγαν Τρέμπιτς αυτό το χωριό που είναι κάτω από το Βερολίνο κάπου πιο νότια απ’ το Βερολίνο, ένα χωριό, αλλά γερμανικό χωριό, εμείς ήμαστε μαθημένοι από ελληνικά χωριά, άλλο πράμα, ναι, τους πήγανε, έβγαζαν τους Γερμανούς από ένα δωμάτιο, το παίρναμε. Αλλά το κακό είναι που ήμασταν πάρα πολύ άρρωστοι όλοι και δεν μπορούσαν να… αν ήμασταν σε σπίτια δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα οι Ρώσοι. Για αυτό μας είχαν βάλει στην πλατεία, είχαν βάλει τέντες, είχανε για γιατρούς γυναίκες, αξιωματικοί γιατροί ήταν οι γυναίκες, κάτι γεροδεμένες, κάτι καλές οι οποίες μας είχαν κάνει για ψείρες, μας έκοβαν τα μαλλιά, μας έκαναν Ντι Ντι Τι [εντομοκτόνο] ήταν; Λέω Ντι Ντι Τι, κάτι άλλο θα ήταν και μας περιποιόταν. Ναι αλλά αυτοί δεν είχαν οι ίδιοι τρόφιμα μαζί τους, πώς να μας ταΐσουν κι εμάς. Και έπαιρναν απ’ τους Γερμανούς καμιά αγελάδα, κάνα πρόβατο, το ‘σφαζαν, έβαζαν στην πλατεία του χωριού μια μεγάλη κατσαρόλα. Όχι, κουβά πώς το λένε, ένα μεγάλο αυτό, έβραζαν εκεί ό,τι έβραζαν, έτρωγαν οι φαντάροι, τρώγαμε κι εμείς μαζί. Αλλά μετά πέθαναν πολλοί εκεί από εξανθηματικό τύφο, ενώ μας περιποιόταν οι καημένοι, φάρμακα δεν είχε, δεν είχαν ούτε οι ίδιοι για τον εαυτό τους όχι για μας. Φάρμακα δεν υπήρχαν, ήμασταν πολύ εξαντλημένοι και πολλοί άρρωστοι δεν τα καταφέραν. Πέθαναν εκεί πάρα πολλοί.

 

Παρ’ όλες τις προσπάθειες των γιατρών που ήταν γυναίκες, οι Ρώσοι κι ήταν αξιωματικοί βέβαια, πάρα πολλές προσπάθειες έκαναν, αλλά δεν είχαμε φάρμακα βέβαια, φαγητό, μπορεί να μην έκανε αυτό το αγελάδα βραστή, ήταν βαρύ ποιος ξέρει, πέθαναν πάρα πολλοί, πάρα πολλοί, δηλαδή επέζησαν απ’ το στρατόπεδο, επέζησαν απ’ όλες τις κακουχίες κι όταν απελευθερωθήκαμε που θα γυρνούσαμε και πίσω, δυστυχώς πέθαναν. Πάνε. Και τους αφήσαμε εκεί πέρα, στο Τρέμπιτς.

 

Citation: «Ρόζη Λεβή Σαλτιέλ», αποσπάσματα από τη συνέντευξη στην Άρτεμη Αλκαλάη στο πλαίσιο του πρότζεκτ «Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος», Θεσσαλονίκη, 11 Δεκεμβρίου 2015, https://greekjewsholocaustsurvivors.art/profile/rosy_saltiel/