Αλμπέρτο Ισραέλ

ΡΟΔΟΣ – ΑΟΥΣΒΙΤΣ – ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Αλμπέρτο Ισραέλ στην Άρτεμη Αλκαλάη

Βρυξέλλες
22 Οκτωβρίου 2019


Γλώσσες συνέντευξης:
γαλλικά και ελληνικά

Βρυξέλλες, 2019

Κατόπιν μας οδήγησαν με τα πόδια στο λιμάνι, μας φόρτωσαν σε βαπόρια…

Ονομάζομαι Αλμπέρτο Ισραέλ, γεννήθηκα στο νησί της Ρόδου, γεννήθηκα στις τρεις Αυγούστου 1927. Υπομέναμε τον πόλεμο κατά τη διάρκεια… μέχρι το 1944. Το σαράντα τέσσερα, ήρθαν οι Γερμανοί και μας ζήτησαν να πάμε στην Αεροπορία [στο κτίριο της Αεροπορίας] για να ελέγξουν την ταυτότητά μας αλλά μας είπαν ψέματα. Μας έβαλαν μέσα αλλά δεν υπήρχε έξοδος. Μας πήραν [τα έγγραφα] και μας κράτησαν δύο μέρες. Κατόπιν μας οδήγησαν με τα πόδια στο λιμάνι, μας φόρτωσαν σε βαπόρια, εξακόσια άτομα σε κάθε βαπόρι. Κάναμε τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες για να φτάσουμε στο Χαϊδάρι, στην Ελλάδα, στον Πειραιά.

 

[…]

 

Από εκείνη τη στιγμή και μετά, δηλαδή αφού ξεκινήσαμε στο Άουσβιτς, μετά μας μετέφεραν στο Charlottegrube στο Ριντελτάου. Εκεί δουλέψαμε σε ένα ανθρακωρυχείο, δούλεψα μέχρι τις δεκαοκτώ Ιανουαρίου. Στις δεκαοκτώ Ιανουαρίου [1945] οι Ρώσοι προέλαυναν. Όταν έφταναν στο Άουσβιτς [οι Ρώσοι], [οι ναζί] μας υποχρέωσαν να περπατήσουμε. Η θερμοκρασία ήταν μείον είκοσι δύο, κάναμε με τα πόδια εκατό χιλιόμετρα, την πορεία θανάτου. Μετά, μας έβαλαν για τέσσερις μέρες σε ανοιχτά τρένα μέχρι να φτάσουμε στο Μάουτχαουζεν. Φτάσαμε στο Μάουτχαουζεν στις είκοσι πέντε Ιανουαρίου, τέσσερις μέρες στα βαγόνια. Μέσα στο τρένο δεν υπήρχε…Το μόνο πράγμα που μπορούσαμε να πιούμε στο βαγόνι ήταν τα ούρα μας, ήταν το μόνο ζεστό που υπήρχε για να πιούμε. Μάλιστα. Μετά πήγαμε στο Έμπενζε, σε ένα εργοστάσιο τσιμέντου και εκεί δούλεψα μέχρι τις πέντε Μαΐου, μέχρι που έφτασαν οι Αμερικανοί και μας απελευθέρωσαν. Αυτά.

 

Όταν έφτασαν οι Αμερικανοί, ζύγιζα είκοσι εννιάμισι κιλά. Είχα περάσει τα δεκαεπτά, ήμουν σχεδόν δεκαοκτώ χρονών. Μείναμε ένα μήνα στο Μάουτχαουζεν. Στο Έμπενζε παραμείναμε γιατί οι Αμερικανοί άρχισαν να μας δίνουν να τρώμε λίγο λίγο. Παρ’ όλα αυτά μέσα σε ένα μήνα είχα παχύνει δέκα κιλά, ζύγιζα σαράντα κιλά. Τότε μπορούσα πια να περπατώ, ακόμη και να τρέχω. Μας έβαλαν μέσα σε [ένα τρένο], μας οδήγησαν στο Ίνσμπρουκ και από κει μας έστειλαν στην Ιταλία. Ξέρετε, έπρεπε να επιστρέψουμε στην Ελλάδα που είχε γίνει ελληνική, αλλά φοβόμασταν να πάμε στην Ελλάδα, γιατί μας είπαν ότι οι Έλληνες θα μας έστελναν να πολεμήσουμε. Λοιπόν, μόλις βγήκαμε από το Άουσβιτς δεν θα πάμε να πολεμήσουμε… Έτσι, φύγαμε όλοι για την Ιταλία. Φτάσαμε στη Μόντενα και από τη Μόντενα στην Μπολόνια. Μείναμε ένα διάστημα στην Μπολόνια και μετά έφυγα για τη Ρώμη. Εγώ είχα δύο αδελφούς στο βελγικό Κονγκό και ένα χρόνο μετά, τον Ιούνιο του σαράντα έξι, έφυγα για το Κονγκό. Και ζούσαμε στο βελγικό Κονγκό. Εκεί παντρεύτηκα, άρχισα να δουλεύω και έφτιαξα τη ζωή μου μέχρι το εξήντα, όταν έγινε η Ανεξαρτησία, οπότε ήρθαμε στο Βέλγιο.

 

Το 2008 κυκλοφόρησε το βιβλίο Alberto Israël. Je ne vous ai pas oubliés, με πρόλογο της Simone Veil και επιμέλεια του Stipan Bosnjak (Βρυξέλλες: Editions de l’ Institut Sépharade Européen).

 

Citation: «Αλμπέρτο Ισραέλ», αποσπάσματα από τη συνέντευξη στην Άρτεμη Αλκαλάη στο πλαίσιο του πρότζεκτ «Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος», Βρυξέλλες, 22 Οκτωβρίου 2019. https://greekjewsholocaustsurvivors.art/profile/alberto_israel/