
Κέρκυρα, 2014

“Δε μ’ αρέσει που η γειτονιά τόσο κοιτάζει. Να το βγάλουμε”
…
Ποιο σπίτι; Πέρασε κάμποσος καιρός για να ’ρθουμε στα σπίτια μας. Μας παίρναν από δω, μας παίρναν από κει, τέλος πάντων, ήρθαμε. Το σπίτι μας δεν το ξαναβρήκαμε, δεν ήταν δικό μας, ήταν νοικιασμένο. Μείναμε στην Εβραϊκή. Σ’ ένα στενάκι δίπλα σ’ ένα γαλακτοπωλείο, απέναντι από ένα μαγαζάκι που ήταν εμπορικό. Ήμαστε φτωχοί, δεν ήμαστε πλούσιοι.
Τον άντρα μου τον γνώρισα, ήρθε να κάμει κάποια δουλειά και… έγινε. Κι έφερε τους γονείς του, που δε με θέλαν, αλλά αυτός είπε «εγώ θα φύγω μ’ αυτήν, εγώ θα την παντρευτώ». Τούτος εδώ δούλευε μόνος του τότε και έδινε στην οικογένεια. Όταν μάθανε, «τι θα γενούμε εμείς;», «όχι» λέει «φέρε μάς την εδώ». Κι έτσι με δεχτήκανε ωραία οι ανθρώποι. Κι έτσι, με το που ’ρθα εδώ πέρα άνοιξε πολύ η δουλειά. Κι ο πεθερός μου δούλεψε, όπου δεν είχε δουλειά έσκαβε στα ξένα χωράφια, και πήγε και στο Ραφτόπουλο κι έκανε σωλήνες.
Η πεθερά μου μου ’βαλε κάποιο χόρτο στον αριθμό όταν ήρθα εδώ έξω. Δεν της άρεσε, «δε μ’ αρέσει που η γειτονιά τόσο κοιτάζει, να το βγάλουμε». Το ’κανε με χόρτο, το κοπάνησε, το ’κανε με λάδι, το βάλαν πάνω κι αυτό λίγο λίγο κάτι έκαμε. Είναι πολύ πιο αχνό τώρα.