
Ιωάννινα, 2014

Τς έκαψαν βέβαια, τι θα τς έκαναν;
Όταν φτάσαμε στη Γερμανία μας ξεχώρισαν. Εγώ ήμουν νέα , μ’ έβαλαν με τς [τις] νέες να πάω στη σειρά. Η μαμά μ[ου], ο μπαμπάς… όχι ο μπαμπάς μ βγήκε για δουλειά, τα δυο αδέρφια μου τα πήγαν με το αυτοκίνητο και τους πήγαν κατευθείαν στο κρεματόριο, στο Άουσβιτς… και τς έκαψαν βέβαια, τι θα τς έκαναν; Ο μπαμπάς μου ήτανε καλοστεκούμενος, πενηντάρης ήταν αλλά καλοστεκούμενος, γερός, και βγήκε για δουλειά, εργάστηκε σα μάγερας και βοηθούσε και τ’ αδέρφια του, γιατί όσο να ’ναι στο μαγερείο κάτ θα ’παιρνες, ας πούμε κι έδινες, αλλά μετά τον πήγαν σ’ ένα άλλο στρατόπεδο και εκεί… τον χτύπησαν με το φτυάρ, σε μια… σ’ ένα αυτό… Έκανε κι αυτός δουλειά εργατική, δηλαδή τσαπί, φτυάρ, του ’δωσαν μια στο κεφάλι και τον σκότωσαν. Ετς πέθαν’ ο μπαμπάς μ, όπως μου ’παν μετά οι Έλληνες, οι Γιαννιώτες, γιατί γύρισαν ορισμένοι Γιαννιώτες και ρώτησα «πού ’ναι ο μπαμπάς μ’»; Γιατί ζούσε ως τον τελευταίο καιρό, τελευταία πέθανε, πολύ τελευταία…
[…]
Τελευταία μας πήγαν σ’ ένα στρατόπεδο, αυτό δε σου ’πα; για να μας κάψουν, στο Μαουτχάουζεν. Εκεί πέρα… εγώ γύρισα τρία τέσσερα στρατόπεδα, από το Μπιρκενάου μας πήγαν στο Μπέλτζεμπε [Μπέργκεν-Μπέλζεν]. Καθίσαμε εξ[ι] μην[ε]ς εκεί και μετά μας πήγαν σ’ ένα άλλο, Κιλινάου [Gellenau] λεγόταν, μικρό στρατόπεδο, πολύ μικρό, φτιαγμένο πρόσφατα, ας πούμε, και μετά μας έκαναν με τ’ σειρά, μας έβαλαν στα βαγόνια, και δέκα μέρες στα βαγόνια, χωρίς φαγητό, χωρίς τίποτα απολύτως, δηλαδή για πεθαμό δουλειά, μας πήγαν για να μας κάψουν στο Μαουτχάουζεν. Μας έβαλαν στη σερά να μας παν στο κρεματόριο, αλλά ευτυχώς μας πρόλαβαν, ήρθαν οι Αμερικανοί και μας απεληυθέρωσαν. Ετς απελευθερωθήκαμε. Για μια στιγμή δεν βλέπομε κανέναν Γερμανό. «Πού είναι; Τι γίνεται»; «Απελευθερωθήκαμε» λέει, «ήρθαν οι Αμερικανοί και μας απελευθέρωσαν». Άνοιξαν τς αποθήκες και μας έδιναν φαγητό, μπισκότα, καραμέλ[ε]ς, αλλά όσοι έφαγαν πέθαναν…
[…]
Κάθισα τρεις τέσσερις μήνες για ανάρρωση, με εξέτασαν εκεί στη Γερμανία και μ’ έβαλαν σ’ ένα καλό… αυτά που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί για αναρρωτήρια, και μας έβαλαν εμάς και καλό φαγητό, και σιγά σιγά συνήρθα. Ήταν και χριστιανοί, οι οποίοι ήτανε ελεύθεροι εργάτες, ήρθαν κι αυτοί εκεί στο στρατόπεδο και ανταμωθήκαμε, κι αυτοί έκαναν ότι είναι Εβραίοι κι αυτοί και κανόνισαν με τρένα και μας έφεραν στην Ελλάδα. Δηλαδή από τη Γερμανία, Τσεκοσλοβακία… α, ξέχασα να σας πω ότι έφυγαν οι Αμερικανοί που μας απελευθέρωσαν και ήρθαν οι Ρώσοι, αλλά μας περιποιήθηκαν καλά, δεν μπορώ να πω, πολύ καλά και φαγητό καλό και όλα πολύ καλά. Και αυτοί μας έβαλαν στα βαγόνια και… δηλαδή αυτοί οι χριστιανοί φρόντισαν να βρουν βαγόνια, ας πούμε τρένα που να μην πληρώσομε, δεν πληρώσαμε, ήρθαμε στην Ελλάδα δωρεάν. Περάσαμε από την Ουγγαρία… από την Τσεκοσλοβακία πρώτα, μετά Ουγγαρία, Ρουμανία, εδώ στα σύνορα στα δικά μας στη… Βουλγαρία και μετά Ελλάδα. Ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη, καθίσαμε λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη εκεί, σε ένα στρατόπεδο ήταν, αλλά ήμασταν πιο καλά, σε καλύτερη μοίρα, και μετά ήρθαμε στα σπίτια μας.
[…]
[Το σπίτι] δεν το βρήκα, ήτανε κατειλημμένο από χριστιανούς και… ευτυχώς είχα ξαδέρφια εδώ, τα οποία είχαν σπίτι και με φιλοξενήσαν. Αυτοί που έμεναν στο σπίτι μ έκατσαν ως το τέλος, έκατσαν πολλά χρόνια μέσα, μέχρι που κουράστηκα κι εγώ και το πούλησα κι ετς τς έβγαλαν έξω. Το πούλησα μετά, τι να ’κανα, αφού δεν έπαιρνα ούτ’ ενοίκιο ούτε τίποτα.