
Θεσσαλονίκη, 2014

Δεν με πυροβόλησε…
Γεννήθηκα στην Καστοριά, ήμασταν μια οικογένεια με έξι παιδιά, ο πατέρας μου κι η μητέρα μου, πολύ καλά οικονομικά, στο σχολείο, τ’ αδέρφια μου σε σχολή, ο μεγάλος πηγαίνει Εμπορική Σχολή εκείνη την εποχή, ο άλλος μου ο αδερφός στην Αθήνα στην Οδοντιατρική, εγώ στο γυμνάσιο, η αδερφή μου στο γυμνάσιο, τ’ άλλα μου τα αδερφάκια ήταν μικρά, στο δημοτικό ακόμα.
Η μητέρα μου σαν να μ’ έμοιαζε… ήταν πολύ όμορφη όμως γυναίκα και γυναίκα του σπιτιού, με έξι παιδιά. Αλλά όταν μας έδιωξαν οι Γερμανοί απ’ το σχολείο, εγώ ήμουνα ακόμα 5η γυμνασίου, δεν το τελείωσα το γυμνάσιο. Τ’ αδέρφια μου γυρίσαν απ’ τα πανεπιστήμια στην Καστοριά και ο αδερφός μου ο μεγάλος στο μαγαζί. Ο άλλος μου ο αδερφός άρεζε πολύ να ασχολείται με τα δόντια, πήγαινε σ’ έναν οδοντίατρο κι έκανε μασέλες. Βοηθούσε τον οδοντίατρο, αφού δεν μπορούσε φυσικά να πληρώνεται, εκείνος κανά δωράκι τον έδινε. Η αδερφή μου της άρεσε, είχε φωνή ωραία και έπαιζε πιάνο και φωνητική. Εγώ δεν είχα φωνή και πήγαινα στα γαλλικά, μάθαινα γαλλικά. Για να φύγομε τα παιδιά από το σπίτι, πρώτο και κύριο πράμα και να μάθουμε κάτι… μια γλώσσα.
[…]
Πώς σώθηκα; Ένα θαύμα απ’ το Θεό. Δεν μπορούμε να πούμε πώς σώθηκε όποιος σώθηκε, αυτά ήταν πολύ θαυματουργά. Ένα περιστατικό πώς σώθηκα: ήμουνα σκεπασμένη με την μπαμπουλίτσα [μαντίλι στο κεφάλι], πεινούσαμε τρομερά και κανένας δεν ερχόταν να μας δει. Στην οπισθοχώρηση ήταν αυτό, όταν οι Γερμανοί… και ήμασταν ένα μπλόκο, να, από κει στην κουζίνα εδώ [προσπαθεί με κινήσεις να εξηγήσει τη διάταξη στον χώρο]. Ήταν η κουζίνα εδώ που μαγείρευαν, είχαν και το μπαλκόνι έξω που έβγαιναν, εκείνο το στενάκι… αυτή η πόρτα κλειστή, εκείνο το στενάκι που το βλέπεις ήταν το βαρέλι που… εδώ καθάριζαν τα χόρτα, τα ξύλα, τα ρεπάνια τα ’πλεναν, τα… για να κάνουν φαγητό, ε; και τα ΄ριχναν εκεί. Έκλειναν αυτή την πόρτα και η έξω ήτανε ανοιχτή η πόρτα. Μπαίνω μέσα εγώ πεινασμένη όπως ήμουνα και είχα το κατσαρόλι μου έτσι, σούσελ που το λέγαμε [από το Schüssel, γαβάθα, λεκανάκι στα γερμανικά]. Μπαίνω μέσα, κοιτάζω, κανένας δεν είναι, αυτή η πόρτα κλειστή, ποιος τολμούσε να μπει μέσα; Σαν είδα που δεν είναι κανένας, βάζω το κατσαρόλι μέσα στο βαρέλι, το βάζω και το γεμίζω. Πάω να βγω, μπροστά στην πόρτα ο Γερμανός. «Ιιιιιιιιιι» μόλις τον είδα, κατεβάζω… δε μ’ έμεινε σκιά από το καπέλο του, δεν το θυμάμαι το καπέλο, γιατί είχα γω και την μπαμπούλα σκεπασμένη που ήμουνα. Είπε – είπε, είδα που κατέβασε το καπέλο του, έβγαλε το καμτσίκι και πήρε το τουφέκι στο χέρι. Πήγα να βγω, έκανε έτσι το πόδι και πήγα να βγω. Ακριβώς αυτό το σχέδιο είχε. Βγαίνω έξω και πέφτω κάτω. Ζαλίστηκα, πέφτω κάτω, με πέφτουν τα ρεπάνια πάνω στο στήθος, ααα ποιος ξέρει πόση ώρα έκανε για να… δε με πυροβόλησε, δε με πυροβόλησε.
Εγώ σώθηκα από έτσι, από έτσι, από τύχη. Πώς σώθηκα; Ποιον να το πω; Ποιος θα με πιστέψει που δε με πυροβόλησε, γιατί δε με πυροβόλησε… δε με πυροβόλησε.