«Επιζώντες: Οι Έλληνες της Σοά», Φωτογραφικές Συναντήσεις Κυθήρων 2016, Πολυχώρος Ζείδωρος, Καψάλι, Κύθηρα (επιµέλεια: Πηνελόπη Πετσίνη, Οκτώβριος 2016).
Μεταμνήμη και Τραύμα: Ενσώματες Επιστροφές
And so they are ever returning to us, the dead
W.G.Sebald, The Emigrants
Το 1958, ο Henry Moore, ως πρόεδρος ενός διεθνούς διαγωνισμού για τη σχεδίαση μνημείου τoυ Ολοκαυτώματος στο Άουσβιτς, παραδέχτηκε την δυσκολία των πλαστικών τεχνών να διαχειριστούν τη μνήμη όταν αναρωτήθηκε: «Είναι δυνατό να δημιουργηθεί ένα έργο τέχνης που να μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματα που γέννησε το Άουσβιτς;» Σχεδόν μια δεκαετία νωρίτερα, η περίφημη ρήση του Αντόρνο ότι μετά το Άουσβιτς είναι αδύνατο να γραφτεί ποίηση διατύπωνε την υλική και ηθική δυσκολία να αναπαραστήσει κανείς το Ολοκαύτωμα. Ορισμένοι ακαδημαϊκοί απάντησαν υποστηρίζοντας πως μόνο «ωμές» αναπαραστάσεις θα μπορούσαν επαρκώς να πραγματευτούν τη μνήμη αυτού του «πιο μοχθηρά ωμού γεγονότος του αιώνα». Ο ίδιος ο Αντόρνο επανήλθε αργότερα για να ανασκευάσει εν μέρει τη δήλωσή του: «Τα πολυετή δεινά έχουν το ίδιο δικαίωμα στην έκφραση με τον βασανισμένο άνθρωπο που θέλει να ουρλιάξει. Έτσι, μπορεί να ήταν λάθος να πούμε ότι μετά το Άουσβιτς δεν θα μπορούσε πλέον να γραφτούν ποιήματα». Αυτό που προκύπτει από το Άουσβιτς, καταλήγει, δεν είναι μόνο η επιβίωση της τέχνης αλλά και η επιβίωση των επιζώντων, που σημαδεύτηκαν από την ενοχή του ότι επέζησαν. […]
Με τον ίδιο τρόπο που η φυσική επαφή με τα στρατόπεδα πυροδοτεί ίχνη σύνδεσης και επανασύνδεσης που ενεργοποιούν την ανάμνηση και επαναφέρουν τις συμπεριφορές και τις επιδράσεις της, η επαφή με τους ίδιους τους επιζώντες αφορά το τραύμα και την απώλεια. Στο υπό εξέλιξη έργο Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος, η Άρτεμις Αλκαλάη αναζητεί εδώ και χρόνια τους, υπερήλικες πλέον, επιζώντες Έλληνες Εβραίους από τα στρατόπεδα Άουσβιτς και Μπέργκεν-Μπέλζεν. Εντάσσοντας αυτή τη σειρά στο ευρύτερο πλαίσιο της εικαστικής δουλειάς της Σπίτι: μια περιπλάνηση (2012), φέρνει μαζί της σε κάθε επίσκεψη και ένα από τα «σπίτια» της, δικές της κατασκευές που παραπέμπουν στο αρχετυπικό σπιτάκι με την καμινάδα που αναγνωρίζουν σχεδόν όλοι οι πολιτισμοί, με τις οποίες περιπλανήθηκε τα προηγούμενα χρόνια σε γνωστές και άγνωστες γωνιές της χώρας: μνημεία νεκροταφεία, συναγωγές, εκκλησίες, ταράτσες σπιτιών. Σύμβολο, όχι μόνο της οικογένειας που έχασαν και του σπιτιού που χάθηκε ή καταπατήθηκε, αλλά και της ζωής που έφτιαξαν από την αρχή μετά την επιστροφή τους από τα στρατόπεδα, το σπίτι αυτό λειτουργεί ως «διαβατήριο» για να ξεκλειδώσουν οι πόρτες και οι αναμνήσεις αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι δέχονται να φωτογραφηθούν αποκαλύπτοντας τα χαραγμένα σημάδια της ιστορίας τους.
Κάποιοι αρνούνται να φωτογραφηθούν προσπαθώντας να κρατήσουν μακριά τα φαντάσματα του παρελθόντος. Άλλες φορές είναι η οικογένειά τους που προσπαθεί να τους προστατεύσει από την αναβίωση του τραύματος. Οι περισσότεροι όμως ποζάρουν: χαμογελαστοί, σοβαροί, αμήχανοι. Την περιμένουν φορώντας τα καλά τους, όσο το δυνατόν πιο περιποιημένοι, συχνά μαζί με ολόκληρη την οικογένεια, δίνοντας στη διαδικασία της φωτογράφισης μια αίσθηση τελετουργικού γεγονότος. Ο αριθμός του στρατοπέδου στο χέρι τους, άλλοτε πεντακάθαρος κι άλλοτε ξέθωρος ή μισοσβησμένος, είναι σχεδόν πάντα στο πρώτο πλάνο σε άμεση αντίστιξη με την καθησυχαστική παρουσία του μικρού σπιτιού. «Η επιβίωση τους ως τα βαθιά γεράματα μια αδιανόητη νίκη. Ο αριθμός στο βραχίονά τους μια διαρκής υπόμνηση» έγραψε η ιστορικός Οντέτ Βαρών-Βασάρ.
Εξερευνώντας αυτό που η Marianne Hirsch περιγράφει ως μεταμνήμη, την υιοθέτηση και διαχείριση προσωπικών εμπειριών και αναμνήσεων από τα παιδιά επιζώντων ενός συλλογικού τραύματος, η σειρά των πορτρέτων λειτουργεί τελικά ως αλληγορία γύρω από την έννοια της οικογενειακής και ψυχικής «εστίας», της ασφάλειας και του «ανήκειν», αλλά και της εβραϊκής ταυτότητας εν γένει. Ταυτόχρονα, αποτελεί μία σπουδή πάνω στη μνήμη, στο τραύμα και την επούλωση. Και τη σιωπή. Ας μην ξεχνάμε, μας λέει η Αλκαλάη, ότι τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο οι περισσότεροι επιζώντες, αντιμέτωποι με τη ζοφερή πραγματικότητα που κλήθηκαν να διαχειριστούν, είχαν επιλέξει τη σιωπή.
Πηνελόπη Πετσίνη
Πάντειο Πανεπιστήμιο







