
Τελ Αβίβ, 2017

Αλλά ο Θεός μου ‘δωσε να ζήσω
Εγώ γεννήθηκα το χίλια εννιακόσια εικοσιτέσσερα, η οικογένειά μου ήτουνα τέσσερα άτομα, ήμασταν πέντε αδέρφια, δυο αδερφάδες, μάνα και πατέρα. Μας πήραν απ’ την Ελλάδα, απ’ την Άρτα, στις εικοσιπέντε Μαρτίου. Ο πατέρας μου, όταν μας πήραν οι Γερμανοί, πέθανε στο δρόμο, δεν είδε τίποτα. Τη μάνα μου την κάψανε, την αδερφή μου με δυο παιδιά, τη γυναίκα τ’ αδερφού μου. Εγώ υπόφερα πάρα πολύ στη Γερμανία [εννοεί στο Άουσβιτς], ήμουνα εξήμισυ μήνες στο νοσοκομείο και μετά ήρθανε, ήθελαν να με πάρουνε να με κάψουνε, αλλά ο Θεός μου ‘δωσε να ζήσω και με γυρίσανε πίσω στο νοσοκομείο και μετά βγήκα για δουλειά. Κάναμε [εργαστήκαμε] στα αεροπλάνα, στους δρόμους.
[…]
Ε μου κάνανε…Mου βγάλανε, μ’ ανοίξανε, μου βγάλαν αυτό [δείχνει τον νεφρό] και εδώ δεν ξέρω τι με βγάλανε από τη… μ’ ανοίξανε όλη την κοιλιά. Ο Μένγκελε, ο γιατρός ο μεγαλύτερος, ο Μένγκελε. Και εκεί ήτανε κάποιος γιατρός από τη Θεσσαλονίκη. Αυτός τι γίνηκε; Αυτός πέθανε στο δρόμο [εννοεί σε πορεία θανάτου].