
Τελ Αβίβ, 2016

Μια καλή φωτεινή μέρα…
Εγώ είμαι η Ματίλντα, κόρη του Μπεντσιόν Ρόζα. Και απ’ τον άνδρα μου είμαι Αμόν. Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το χίλια εννιακόσια είκοσι τέσσερα. Μας πιάσανε, μας πιάσανε οι Γερμανοί το ’43. Μια καλή φωτεινή μέρα μας περικυκλώσανε οι Γερμανοί και όλοι βγήκαμε έξω. Μας βάλανε σε σουρά [η σειρά στα εβραϊκά] από πέντε πέντε. Ήμουν κοντά στη μαμά, που δεν θα το ξεχάσω στη ζωή μου, δεν ξέρω… Εμείς μέναμε στη γωνία, γωνιακώς μέναμε και μόλις γυρίσαμε, εγώ έδωσα τη μαμά το χέρι και δεν ξέρω πώς κοίταξα επάνω, είδα απ’ τα παράθυρα, βγήκαν όλοι και είδα αυτό, είδα αυτό [να τους διώχνουν]. Δεν με άρεσε, παρόλο που ήμουν πολύ νέα. Είπα στη μαμά «μαμά κοίταξε επάνω». Η μαμά δεν ήξερε εβραϊκά, αλλά το μόνο που μ’ απάντησε «κούκλα μου» με λέει «είναι γκζερά μισαμάιμ» [πεπρωμένο, «εντολή από τον ουρανό» στα εβραϊκά]. Αυτά τα λόγια δεν θα τα ξεχάσω ποτέ.
Λοιπόν μετά που άκουσα τα λόγια της μαμάς προχωρήσαμε και μας πήγανε στο Μπαρόν Χιρς. Στο Μπαρόν Χιρς η πρώτη δουλειά ήταν, μας είπανε ό,τι είχαμε στις τσέπες να τα βγάλουμε. Τα πήρε ο Γερμανός. Η μαμά μάς ετοίμασε από πριν. «Παιδιά μου» λέει «δεν ξέρουμε πού θα μας πάνε», είχαμε λίγες λίρες χρυσές ο καθένας και ο Γερμανός μόλις μας έκανε απέλ, μας μέτρησαν και μας πήραν τα λεφτά και μας έδωσαν ένα χαρτί σαν απόδειξη. Το θυμάμαι σαν σήμερα και από κει πήγαμε στα βαγόνια, στο τρένο, μας πήρανε. Στο τρένο ήταν ανυπόφορα, είχε μια πόρτα, εφόσον ήμασταν από πέντε, για να μπούμε μέσα, άρχισε η τραγωδία. Σνελ, σνελ, σνελ [γρήγορα στα γερμανικά] και μας χτυπούσαν με ένα ξύλο που είχαν. Μπήκαμε μέσα στα βαγόνια, τι να σας πω, βαγόνια για άλογα…
Και εκεί ήταν… Άρχισε το βάσανο. Μετά που κατεβήκαμε απ’ τα βαγόνια μπήκαμε στο Άουσβιτς, σε μια πλατεία πολύ μεγάλη, μας χώρισαν από δω παιδιά, από δω γυναίκες, από κει άνδρες και δεν θυμάμαι πώς περάσαμε τη βραδιά. Το πρωί που ξυπνήσαμε, γυρεύομε τους γονείς. Τους είχαν σκοτώσει τους γονείς, κι από αυτούς που είδαμε πριν από εμάς λέω «Πού είναι η μαμά; Πού είναι ο μπαμπάς»; «Α, ξέχασέ τα αυτά» μου είπανε. Εκεί μόνο Εβραίοι υπήρχαν από όλα τα μινίμ, [γένη στα εβραϊκά] από όλα τα μινίμ. Και τι να σας πω, το Άουσβιτς ήταν ανυπόφορο, ό,τι κάνανε οι Γερμανοί δεν λέγεται, δεν λέγεται…Κι εμείς οι Έλληνες υποφέραμε περισσότερο, διότι εκεί είχε κρύο, είχε χιόνια και …
[…]
Κάθε μέρα μας μετρούσανε τρεις τέσσερις φορές την ημέρα, το απέλ. Καμιά φορά ένας κουνιότανε, τον πυροβολούσανε. Άλλος έβγαινε απ’ τη γραμμή που ήθελε να πηδήσει, αλλά ήταν όλα σύρματα ηλεκτρικά, τους πυροβολούσαν όλους.
Είχαμε, η αδερφή μου, μια φίλη απ’ την Τσεχοσλοβακία που ήταν κάπο, επειδή ήξερε τα γερμανικά. Και μια μέρα στο απέλ που μας μετρούσαν με βγάλανε και μένα για να με κάψουν, αχ, η αδερφή μου έτρεξε και έκλαψε και έκανε ένα σωρό πράγματα και με γλίτωσε, κι εγώ δούλεψα σε πολλά μέρη. Αν δεν ακούω καλά, είναι επειδή δούλεψα Aussenkommando στη γη, να σηκώσουμε κάτι πέτρες. Και ο σκύλος ήταν… μου τον πετούσε εδώ ο Γερμανός, μια φορά από δω, μια φορά από κει [δείχνει τα αυτιά της: δεξί, αριστερό, δεξί].