
Βόλος, 2014

«Ποιος θέλει να τραγουδήσει;»
Ένα βράδυ μας σηκώσανε 5 η ώρα, τεσσεράμισι, το μπλοκ sieben zwanzig [27]. Μας βγάζουν έξω πέντε πέντε. Σε μια στιγμή μας φέρνουν φαΐ, μεσημεριανό και το… το πρωινό. Σούπα, ψωμί σκέτο. Τελειώσαμε όλα αυτά, μας φέρνουν δρόμο. Εντωμεταξύ, εξημέρωσε, μας φέρνουν στα κρεματόρια. Εκεί πέρα, στα κρεματόρια, βλέπουμε καμιά επτά οκτώ Γερμανούς. Κάτου, καταγής ήτανε όργανα, όργανα μουσικής. Εμείς πέντε πέντε στη γραμμή αλλά αυτό, ένα τζιπάκι που έφερνε το Zyklon,το αέριο αυτό, δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν εκεί πέρα. Για να διασκεδάσουν οι Γερμανοί λέει «Ποιος θέλει να τραγουδήσει»; Βγήκε ένας που τραγουδούσε, τραγουδιστής, πραγματικά θα τραγουδούσε. Κερκυραίοι όλοι. Εντωμεταξύ, ο ένας με τον άλλονε καταλάβαμε, για να μας φέρουν εμάς εδώ πέρα οι Γερμανοί, ήμασταν για μπάρκο. Οι Γερμανοί ήταν απέναντι. Εντωμεταξύ, εχαιρετούσαμε ο ένας τον άλλονε, πράγμα μακάβριο. Σε μια στιγμή, απ’ τα μακριά, βλέπουμε έναν Γερμανό με το ποδήλατο και μια κόλα χαρτί στο χέρι. Εντωμεταξύ, δεν είχε έρθει το αέριο. Εντωμεταξύ τι γινόταν; Ήρθε ο Γερμανός, δίνει το χαρτί στον επικεφαλής εκεί, αυτός εβλαστήμησε… εβλαστήμησε…