
Αθήνα, 2012

Αφού πονάω σου λέω, ακόμη πονάω….
Την πρώτη μέρα που πήγα για να δουλέψουμε… κι είχαμε κι ένα μπα μπου, πώς το λένε, τα… [τύμπανα] να περπατήσουμε…
Μου δίνουνε ένα, πώς το λένε, σας είπα, ένα καρότσι με μια ρόδα στη μέση και με δύο χέρια να το πιάνεις, να το γεμίσω πέτρα. Μου είπε αυτή, ήτανε γυναίκα αυτή, Γερμανίδα, μου ’κανε νόημα αυτή, δεν ήξερα εγώ γερμανικά, μου ’κανε νόημα να τα μαζέψω. Τα μάζεψα μέχρι εκεί όλα και μου λέει «πάρ’ το» λέει «εκεί». Μόλις το σήκωσα, αναποδογύρισε αυτό κι έπεσε. Παιδιά μου, μου ’δωσε καμπόσα με το …αυτοί είχανε βούρδουλα από λάστιχο. Αν θα το πιστέψετε ότι μία βδομάδα έκλαιγα, μία βδομάδα. Αφού μου ’λεγε η αδερφή μου, είχα και την αδερφή μου και μου ’λεγε «θα σταματήσεις καμιά φορά;»
Λέω «Δεν το θέλω παιδί μου, μου πέφτουνε, τι να σου κάνω; Κλαίω» λέω. Τώρα θα κλάψω και δω, τώρα πάλι… Τι να σου… «αφού πονάω σου λέω, ακόμη πονάω». Δεν θα το ξεχάσω. Μια βδομάδα έκλαιγα…