
Αθήνα, 2015

Μετά από χρόνια, πήγαμε και βρήκα τον τάφο και το χωριό
Μετά μας πήγαν σ’ αυτό το χωριό το οποίο ήτανε ένα περίεργο χωριό κοντά στο Μαγδεμβούργο, λέγεται Ίλερσλεμπεν και ήταν ένα μέρος που είχε τρία μεγάλα κτίρια που κάναν οι Γερμανοί έρευνα… και δεν είχε καθόλου μαγαζιά, είχε… το κάθε σπίτι είχε πίσω κήπο με κότες, με χορταρικά και στο υπόγειο τρόφιμα και λοιπά. Δεν υπήρχε μαγαζί, ήταν εντελώς φτιαχτό χωριό το οποίο πήγαμε και το ξαναείδαμε.
Εκεί που ήμασταν, σου είπα η αδελφή μου η Ρόζα ήτανε με παράτυφο, η μητέρα μου με εξανθηματικό, η γιαγιά μου με σπασμένο πόδι κι ο παππούς μου, οι Αμερικανοί μας δίναν καλουπάκια ζάχαρη, επειδή ήταν διαβητικός με το πρώτο έπαθε γάγγραινα και πεθαίνει. Και πάω, δώδεκα χρονών ε; και τον θάβω εγώ και πήγα, μετά από χρόνια, πήγαμε και βρήκα τον τάφο και το χωριό.
Πρώτα στο Βέλγιο, στη Ναμύρ, μετά πήγαμε Παρίσι, νότια, Μασσαλία, Μπάρι, ολόκληρη Οδύσσεια για να γυρίσουμε. Αθήνα, Αθήνα και μετά πήγα Θεσσαλονίκη. Λέω κοίταξε πώς είναι η τύχη, όταν το σκάγαμε από τη Θεσσαλονίκη με τη Τραντότα κάποιος δωσίλογος μας μαρτύρησε ότι ήμασταν Εβραίοι και μπήκανε μέσα οι Γερμανοί και μας ζητούσανε χαρτιά κι εμείς λέγαμε «il comandante, il comandante», τίποτα. Έτσι και μας ρωτούσαν «πώς σε λένε» δεν ξέραμε, γιατί δεν είχαμε δει ποτέ τις ταυτότητες. Λέω, σε τι κρεμιέται η τύχη.