
Αθήνα, 2015

Ο de Romero ήταν ο πρέσβης της Ισπανίας στην Ελλάδα
Εμείς το ‘40, όταν έγινε ο ιταλικός πόλεμος, το σπίτι που μέναμε στην Παπακυριαζή δεν είχε καταφύγιο και πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι της γιαγιάς μου που είχε καταφύγιο. Ο μπαμπάς μου, ο οποίος… σου λέει με ξέρουν οι Γερμανοί, έχουν έρθει στο σπίτι μου οι Γερμανοί, δεν ήτανε πολύ ήσυχος και το Γενάρη του ‘41 φύγαμε και ήρθαμε Αθήνα. Νοικιάσαμε μία γκαρσονιέρα στον τέταρτο όροφο της οδού Γκυιλφόρδου. Ναι, είναι ένα σπίτι που θέλω πάρα πολύ να ξαναεπισκεφτώ και ντρέπομαι να πάω να τους χτυπήσω την πόρτα. Και, μείναμε εκεί. Πήγαινα σχολείο, νήπια, στου Μπερζάν που ήτανε στην πλατεία Αιγύπτου. Ήμασταν καλά. Ο μπαμπάς είχε πάρα πολύ καλή φιλία με τον de Romero κι εγώ πήγαινα πολύ συχνά κι έπαιζα με τη κόρη τους την Κατερίνα. […] Στην Σκουφά ήτανε το σπίτι πάνω του de Romero και κάτω το προξενείο.
[…]
Ένα βράδυ, εικοστή πέμπτη Μαρτίου του σαράντα τέσσερα, ξημερώματα, χτυπήσαν την πόρτα, ο μπαμπάς κατάλαβε ότι ήταν οι Γερμανοί, καθυστέρησε ν’ ανοίξει, για να φύγει ο αδελφός του απ’ την πόρτα της κουζίνας στην ταράτσα και να τηλεφωνήσει στον de Romero και να του πει «on m’arrête» [με συλλαμβάνουν]. Κι ανοίγει την πόρτα, μπήκανε οι Γερμανοί, σπάσαν το τηλέφωνο… A, ήρθε κι ένας με πολιτικά και έδειξε τον μπαμπά μου και τον πήραν και φύγαν και μας είπανε την επομένη να παρουσιαστούμε η μαμά κι εγώ στη Συναγωγή. Λίγες ώρες μετά ήρθε η de Romero με το αυτοκίνητο της πρεσβείας κι είπε της μαμάς «δεν έχει να πας πουθενά». Η μαμά λέει, «δεν αφήνω τον άντρα μου μόνο» και η de Romero της λέει «τότε αφήστε μου τη Λόλα». Της λέει η μαμά «δεν μπορώ να πάρω τέτοια απόφαση μόνη μου» και πήγαμε με το αυτοκίνητο της πρεσβείας, μ’ αφήσαν εμένα μέσα στο αυτοκίνητο με τον οδηγό και η μαμά με την de Romero πήγαν και βρήκαν τον μπαμπά, συσκεφθήκαν και είπαν «εκεί που θα πάμε όλοι να ‘ρθει κι η Λόλα».
Και με πήρανε και μένα, κατέβηκα απ’ τ’ αυτοκίνητο και πήγαμε. Από κει μας πήγαν στο Χαϊδάρι. Στο Χαϊδάρι ήτανε… δεν το θυμάμαι πολύ το Χαϊδάρι….Μια μέρα ήρθε η de Romero και ψιθύρισε στη μαμά μου «έχε υπόψη σου ότι οι Γερμανοί μάθανε ότι έχετε κοσμήματα μαζί, θα σας σκοτώσουν για να τα πάρουν». Και κάναν… ήρθε η de Romero με τον πάτερ Ειρηναίο, δεν ξέρω αν σου ’χει μιλήσει κανείς για τον πάτερ Ειρηναίο. Ο πάτερ Ειρηναίος ήταν ο καγκελάριος της ισπανικής πρεσβείας, παππάς, απ’ αυτούς τους Καθολικούς που είναι όμως… που γιορτάζουν με τους Ορθοδόξους. Είναι μία παραλλαγή. Αυτός είχε στην Αχαρνών ένα ορφανοτροφείο και έκρυψε πολλούς εκεί.
Λοιπόν κάνανε ένα κύκλο γύρω απ’ αυτούς, ερχόντουσαν οι κυρίες, βγάζανε τα ψωμιά, βγάζανε τα χρυσαφικά, είχανε βγάλει την ψίχα και εκείνη κατέγραφε: η τάδε μου ‘δωσε αυτό, ο τάδε μου ‘δωσε εκείνο και άρχισε να φοράει, να τα βάζει στην τσάντα της, ο πάτερ Ειρηναίος σήκωνε ας πούμε κι έβαζε στην τσέπη του… η φρουρά όμως ήταν εκεί οι Γερμανοί … και φύγανε. Δεν τους κάνανε βέβαια τίποτα.
Δεν πρέπει να μείναμε πολύ καιρό στο Χαϊδάρι, γιατί τον Απρίλη πια φύγαμε για το στρατόπεδο. Σε ένα από τα χαρτιά που έχω, έχω τη διαδρομή που έκανε το τρένο, απ’ τις πόλεις που πέρασε. Η de Romero ήρθε και μας βρήκε στον σταθμό… εγώ μικρή τρελαινόμουνα για κουφέτα και μου ‘φερε μια μεγάλη τσάντα κουφέτα. Ε, στο τρένο, τι να πω, τα ξέρετε. Ο μπαμπάς μου μ’ έπαιρνε πολλές φορές αγκαλιά και μ’ έβαζε στο παραθυράκι και μου ‘λεγε να παίρνω βαθιές αναπνοές.
Γιόρτασα τα επτά μου χρόνια στο στρατόπεδο. Mου ‘κανε η μαμά μου μια φέτα ψωμί …μας έδινε ο σουηδικός Ερυθρός Σταυρός πότε πότε λίγη μαρμελάδα κι έβαλε εφτά σπίρτα τα οποία άναψε για κεράκια.