
Θεσσαλονίκη, 2015

Ανάμεσα στο στήθος και το φόρεμα είχα πάντα την κάρτα ελεύθερης κυκλοφορίας
Εγώ αγαπούσα ένα αγόρι από τα δεκαπέντε μου χρόνια που σπούδαζε ιατρική στην Αθήνα και λεγόταν Αλμπέρτος Μπενρουμπή. Χωρίσαμε γιατί αυτός έμεινε στην Αθήνα, εγώ τον παρότρυνα να μην έρχεται να δει τους γονείς του γιατί μπορούσαν να τον πιάσουν και πήγαινα εγώ στους γονείς του. Οι γονείς του ήταν ηλικιωμένοι, γιατί παντρεύτηκαν και τον έκαναν σε μεγάλη ηλικία και έδινα αναφορά στον Αλμπέρτο στην Αθήνα για τους γονείς του και του ‘λεγα «προπάντων μην έρθεις εδώ» γιατί το σαράντα δύο έγινε εδώ… μαζέψανε τους άντρες από δεκαοκτώ ετών έως τριάντα νομίζω ή σαράντα και τους κακοποιούσανε μεσ’ στον ήλιο με σαράντα βαθμούς υπό σκιάν και τους χτυπούσαν, τους βασάνιζαν… Αυτό βέβαια το είδα με τα ίδια μου τα μάτια διότι ήμουν ελεύθερη να κυκλοφορώ. Μου φάνηκε τόσο τρομερό που είπα «δε θα γλυτώσει κανένας».
Έτσι λοιπόν πήγαμε μια μέρα πριν ακόμα αρχίσουνε οι διωγμοί, γιατί ένα χρόνο μας άφησαν ήσυχους, πήγαμε με τον πατέρα μου και τη μαμά μου, Σαλβατόρ Ρεβάχ ο μπαμπάς, Λουσί Ρεβάχ η μαμά, και πήγαμε εμείς στο σπίτι του Αλμπέρτου γιατί είθισται ο γαμπρός να ‘ρθει να πει ότι «εγώ τη νύφη θα την πάρω», πήγαμε εμείς και εγώ βοηθούσα όσο μπορούσα τον πατέρα του και τη μητέρα του. Ο πατέρας του είχε αιμορραγία του στομάχου και μια μέρα μου λέει ένας φίλος μου, ο Ίνο Λεβή, που ήτανε πολιτοφύλακας «Νίνα, αύριο θα μαζέψουνε αυτούς που είναι στο γκέτο το πρώτο κοντά σας, εξ’ ου και στο δρόμο που μένουν οι γονείς του Αλμπέρτου». Λέω «τι ώρα γίνεται αυτό»; λέει «το πρωί στις οκτώ, οκτώμισι». Σηκώθηκα και πήγα στο σπίτι τους, αφήσαν την πόρτα ανοιχτή και ό,τι είχανε στο σπίτι παρατημένο εκεί όπως ήτανε, πήρανε δύο μπογαλάκια διότι τόσο επιτρέπανε, τα κατέβασα εγώ, τους κατέβασα εγώ, τους παρακάλεσα, είχαν όλοι όσοι μπορούσαν ένα κάρο με ένα γαϊδουράκι. Παρακάλεσα τον καραγωγέα να τους πάρει επάνω γιατί ήτανε ηλικιωμένοι άνθρωποι κι ο άλλος ταλαιπωρημένος με τη γαστρορραγία, εγώ ήμουνα κάτω, ανάμεσα στο στήθος και το φόρεμα είχα πάντα την κάρτα ελεύθερης κυκλοφορίας διότι ήμουν μικρή και τσάντες τότε δε φορούσαν οι νέες κοπέλες. Αρχίσαμε να περπατάμε, βεβαίως δεν επρόκειτο να τους βάλουν σε αυτοκίνητα, ώσπου να φθάσουμε, την απόσταση δε την ξέρω σε χιλιόμετρα αλλά είναι μακριά, μέχρι το Βαρδάρη. Το Βαρδάρη είναι μια περιοχή της Σαλονίκης που είναι βόρεια και κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί ένας πολιτοφύλακας ο οποίος έγινε πολιτοφύλακας για να μείνει λίγο παραπάνω μπας και τελειώσει ο πόλεμος, αλλά μάταια, μου λέει «Νίνα ως εδώ, φτάνει διότι αν συνεχίσεις μαζί τους δεν το ‘χουν τίποτα οι Γερμανοί να σου σκίσουνε το laissez-passer και να σε βάλουν και σένα στο τρένο μαζί τους. Λέω «εντάξει», με πήραν τα κλάματα, τους φίλησα, βεβαίως δεν τους ξανάδα και φύγανε οι άνθρωποι. Όταν τηλεφώνησα στον Αλμπέρτο μου λέει «σήκω και έλα στην Αθήνα διότι εδώ δεν αρχίσαν να μαζεύουν τον κόσμο γιατί είναι οι Ιταλοί». Λέω «Αποκλείεται ν’ αφήσω τον πατέρα και τη μάνα μου. Αν ζήσουμε και οι δυο θα…». Είχαμε έναν κοινό γνωστό, επιχειρηματία που μου διαφεύγει τώρα το όνομά του, είπαμε ότι θα βρεθούμε στο σπίτι μιας φίλης του Αλμπέρτου στην Αθήνα και εκείνος θα πάει σ’ αυτόν τον φίλο τον επιχειρηματία. Έδωσε τα μπιζού της μαμάς του που τα είχε πάρει σ’ έναν απ’ τους ερχομούς του στη Θεσσαλονίκη και του είπε «εγώ πάω στο βουνό», παρόλο που ο Έβερτ του είχε δώσει ταυτότητα ελληνική και είχε το αυθεντικό χαρτί της γεννήσεως του Κωνσταντίνου Μωραΐτη που ήταν κι αυτός γιατρός, και ο Αλμπέρτος έγινε Κωνσταντίνος Μωραΐτης του Πέτρου και της… Δεν θυμάμαι τα ονόματα η αλήθεια, διότι είμαι τώρα πλέον πολύ μεγάλη για να θυμηθώ τα πάντα, αλλά τα γεγονότα τα θυμάμαι όλα.